Η Αγωνία, η Θυσία, η Ανάσταση…
Ήταν το 1863 όταν η αυτοκρατορική ακαδημία της Ρωσίας στον ετήσιο διαγωνισμό της για το χρυσό μετάλλιο όρισε ως υποχρεωτικό θέμα σκηνές από τη σκανδιναβική μυθολογία. Μια ομάδα από 14 φοιτητές αρνήθηκε τη συμμετοχή απαιτώντας να διαγωνιστούν σε ελεύθερο θέμα. Τελικά οι φοιτητές αποχώρησαν από την Ακαδημία και ίδρυσαν το δικό τους ανεξάρτητο καλλιτεχνικό σύλλογο.
Επτά χρόνια αργότερα, κάποιοι από τους 14 καλλιτέχνες της εντάχθηκαν στην Εταιρεία Περιοδευουσών Εκθέσεων Τέχνης. Τα μέλη της ήθελαν όχι μόνο να δημιουργήσουν έργα που να αντανακλούν στη ρωσική πραγματικότητα, αλλά και να φέρουν τη τέχνη αυτή στις πιο απομακρυσμένες γωνιές της χώρας. Μεταξύ των ιδρυτών της Εταιρείας ήταν οι Νικολάε Γκε. Γκριγκόρι Μιασοέντοφ, Ιβάν Κράμσκι, Βλαντιμίρ Μακόφσκι, Ιβάν Σισκίν και Αλεξέι Σαβράσοφ.
Οι Περεντβίζνικι (Περιπλανώμενοι) δήλωσαν στο καταστατικό τους ότι «η Εταιρεία στοχεύει στην οργάνωση περιοδευουσών εκθέσεων τέχνης σε όλες τις πόλεις της αυτοκρατορίας, προκειμένου να παρέχει στους κατοίκους της επαρχίας την ευκαιρία να γνωρίσουν τη ρωσική τέχνη… να αναπτύξουν αγάπη για την τέχνη σε όλα τα κοινωνικά στρώματα και να διευκολύνουν την πώληση των έργων από τους ίδιους τους καλλιτέχνες ».
Η τελευταία έκθεση της ομάδας πραγματοποιήθηκε το 1923 και πολλά από τα μέλη της στη συνέχεια εντάχθηκαν στον Σύνδεσμο Καλλιτεχνών της Επαναστατικής Ρωσίας.
Η θρησκευτική, φιλοσοφική ζωγραφική κατείχε μεγάλο μέρος των Περεντβίζνικι όπως «Ο Χριστός στην Έρημο» του Ιβάν Κράμσκοϊ και «Γολγοθλα» του Νικολάε Γκε.
Ιβάν Νικολάεβιτς Κράμσκοϊ: «Ο Χριστός στην Έρημο»
Ενώ η Ρωσία βίωνε κοινωνικές και πολιτισμικές αλλαγές, οι καλλιτέχνες προσπάθησαν να μεταδώσουν την αναζήτηση νοήματος στη ζωή μέσα από θρησκευτικές εικόνες. Ο πίνακας του Κράμσκοϊ αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Εδώ ο Χριστό σε κατάσταση αυτοσυγκέντρωσης προετοιμάζεται να αναλάβει την ευθύνη για τις αμαρτίες των ανθρώπων. Αναγνωρίζει και αποδέχεται το βάρος της προδιαγεγραμμένη πορείας.
Βασίλι Γκριγκόριεβιτς Περόφ: «Χριστός στον Κήπο της Γεθσημανή»
Πραγματεύεται τη βαθιά οδύνη του Χριστού την παραμονή της σταύρωσής του. Ο καλλιτέχνης επέλεξε να μην απεικονίσει το πρόσωπο του αλλά να τονίσει τη διττή φύση του Χριστού – θεϊκή και ανθρώπινη. Ο θεατής κατανοεί τα συναισθήματα που βίωνε ο Ιησούς: απελπισμένος αλλά ταπεινός, έτοιμος να αποδεχτεί τη μοίρα του.
Ντμιτρίβιτς Πολένοφ: Μυστικός Δείπνος
Σε αντίθεση με τις κλασικές ερμηνείες (για παράδειγμα, Λεονάρντο ντα Βίντσι), ο Πολένοφ δίνει έμφαση στην αναχώρηση του Ιούδα. Στο πρώτο πλάνο, βλέπουμε τη σκοτεινή σιλουέτα του προδότη να φεύγει από το δωμάτιο, ενώ η σκηνή του γεύματος του Χριστού με τους μαθητές υποβιβάζεται στο βάθος, μέσα από τη φωτισμένη πόρτα.
Το έργο φιλοτεχνείται στο πνεύμα του ρεαλισμού με στοιχεία ιστορικής ανασύνθεσης. Ο Πολένοφ επιδίωξε να μεταφέρει τη «γήινη» αλήθεια των γεγονότων του Ευαγγελίου, μελετώντας τη ζωή και την αρχιτεκτονική της Ανατολής κατά τη διάρκεια των ταξιδιών του.
Νικολάι Νικολάεβιτς Γκε: «Ο Μυστικός Δείπνος»
Στο «Μυστικό Δείπνο», ο καλλιτέχνης σπάει την παραδοσιακή ερμηνεία της ιστορίας του Ευαγγελίου. Θεωρούσε το γεγονός ως ένα πραγματικό ψυχολογικό δράμα, η ουσία του οποίου έγκειται στη ρήξη μεταξύ πρώην ομοϊδεατών. Η εικόνα βασίζεται στην πάλη μεταξύ φωτός και σκότους, αλήθειας και ψεύδους, συμβολικά συγκεντρωμένη στις μορφές του Χριστού και του Ιούδα. Η οξύτητα του θέματος, η καινοτόμος σύνθεση, το ύφος της ζωγραφικής και η τολμηρή αντιπαράθεση φωτός και σκιάς προσέλκυσαν την προσοχή των συγχρόνων. Πρόκειται για ένα πίνακα που πυροδότησε σημαντική διαμάχη.
Νικολάι Γκε: Ο Χριστός και οι μαθητές Του βγαίνουν από τον Μυστικό Δείπνο
Τις δεκαετίες του 1880 – 90, ο Νικολάι Γκε βίωσε μια έκρηξη πνευματικής και δημιουργικής ενέργειας, φιλοτεχνώντας έργα που χαρακτηρίσθηκαν κορύφωση της καλλιτεχνικής του καριέρας, αλλά και της ρωσικής τέχνης εκείνη την εποχή. Μετά από μια παρατεταμένη κρίση, ο Γκε αναγεννήθηκε ως καλλιτέχνης. Το 1882, γνώρισε τον Λέοντα Τολστόι. Στον Τολστόι και τις διδασκαλίες του, βρήκε ηθική υποστήριξη, έναν πνευματικό αδελφό και ένα νέο νόημα στη ζωή.
Το θέμα του πίνακα είναι οι τραγικές τελευταίες ημέρες της επίγειας ζωής του Χριστού. Οι έντονες αντιθέσεις φωτός και σκιάς, το νεκρικά παγωμένο φως του φεγγαριού που λούζει τη μορφή και το πρόσωπο του Χριστού, στραμμένο προς το νυχτερινό ουρανό, μεταφέρουν ένα καταπιεστικό προαίσθημα του τέλους της επίγειας ζωής του Ιησού. , Οι μαθητές του Χριστού αναχωρούν μέσα στη νύχτα, ακολουθούμενοι από τον Ιούδα, ντυμένο με κίτρινο μανδύα, ο οποίος σχεδιάζει την προδοσία την ώρα που ο Ιησούς βρίσκεται σε εσωτερικό διάλογο με τον Πατέρα Του.
Ο Λέον Τολστόι έγραψε: «Ο πίνακας κάνει αυτό που χρειάζεται – αποκαλύπτει ολόκληρο τον κόσμο της ζωής του Χριστού, πέρα από τις οικείες στιγμές, και τον δείχνει όπως ο καθένας μπορεί να τον φανταστεί σύμφωνα με την πνευματική του δύναμη».
Βλαντιμίρ Γιεγκόροβιτς Μακόφσκι: Προσευχή της Γεθσημανή
Ο Μακόφσκι απεικονίζει τον Χριστό σε βαθιά θλίψη, οδύνη και προσευχή να προετοιμάζεται για το δράμα.Το έργο δημιουργήθηκε την περίοδο που ο καλλιτέχνης, ως ακαδημαϊκός και καθηγητής, στρεφόταν προς τα δραματικά θέματα. Αποδίδει την τεταμένη ατμόσφαιρα της νύχτας πριν από τη Μεγάλη Παρασκευή.
Σε αντίθεση με τις καθημερινές σκηνές εδώ ο καλλιτέχνης εστιάζει στην ψυχολογική κατάσταση τού χαρακτήρα, χρησιμοποιώντας δραματικό φωτισμό.
Αρχίπ Ιβάνοβιτς Κουίντζι: Ο Χριστός στον Κήπο της Γεθσημανής
Στις αρχές του 20ού αιώνα, ο ελληνικής καταγωγής καλλιτέχνης δημιούργησε έναν πίνακα που ενσάρκωσε με τον πιο συμπυκνωμένο τρόπο την αντίληψή του για το ηθικό ιδανικό: «Ο Χριστός στον Κήπο της Γεθσημανή» (1901), Ο Κουίντζι ερμήνευσε το θέμα, το οποίο είχε επανειλημμένα προσελκύσει τους συνομηλίκους του Περιπλανώμενους ( Πέροφ , Γκε , Πολένοφ και άλλους ), σύμφωνα με τη δική του εμπειρία για το κοσμικό νόημα της ύπαρξης. Η μορφή του Χριστού, φωτισμένη από το φως του φεγγαριού, αντιπροσωπεύει πραγματικά το «φως από το φως». Αποτυπώνεται σε έντονη αντίθεση με το περιβάλλον σκοτάδι, στο οποίο συγχωνεύονται οι φορείς του κακού που πλησιάζουν τον Ιησού. Το μεγαλείο και, ταυτόχρονα, η μοναχική καταδίκη της εικόνας «Εκείνου που Έδειξε το Φως» μεταφέρονται από τον Κουίντζι με βαθιά εκφραστικότητα. Ο καλλιτέχνης, που πίστευε στο φως και την αγάπη, θεωρούσε τη μοίρα της χριστιανικής διδασκαλίας δραματική, επειδή, κατά τη γνώμη του καλλιτέχνη, «οι άνθρωποι την έχουν αναδιαμορφώσει με το δικό τους τρόπο, για να ταιριάζουν στις δικές τους ανέσεις».
Νικολάι Νικολάεβιτς Γκε: «Τι είναι η Αλήθεια;
Το θέμα δεν είναι τόσο η θρησκευτική ιδέα όσο η αναζήτηση της ανθρώπινης ψυχής. Η σύνθεση χωρίζεται σε δύο συμμετρικά μέρη, το καθένα με επίκεντρο έναν χαρακτήρα: τον Πιλάτο αριστερά, τον Ιησού δεξιά. Το φως χωρίζει τις μορφές, τονίζοντας τη διαφορά στις κοσμοθεωρίες τους. Σε σύγκριση με τον περιποιημένο Πιλάτο, ο Χριστός εμφανίζεται αδύναμος, ταλαιπωρημένος.
Ο θεατή για να δει την αλήθεια, πρέπει να ξεπεράσει το σκοτάδι των προκαταλήψεων και των φόβων του.
Ντμιτρίβιτς Πολένοφ: «Ένοχος μέχρι θανάτου»
Η απεικόνιση ενός από τα πιο δραματικά γεγονότα στην ιστορία της Καινής Διαθήκης: Η δίκη του Χριστού. Ο πίνακας απεικονίζει το δικαστήριο του Σάνχεδριν. Ο Καϊάφας κυριαρχικός στέκεται στο κέντρο του συμβουλίου. Ο Ιησούς όρθιάς, σε απόσταση αντιμετωπίζει τους κατηγόρους του. Ο καλλιτέχνης, μεταφέρει την ένταση με ρεαλισμό, προσπαθώντας να αφυπνίζει την ενσυναίσθηση του θεατή για το μαρτύριο του Ιησού.
Το έργο αποτελεί μέρος του κύκλου «Από τη ζωή του Χριστού», που ο Πολένοφ δημιούργησε σε βάθος πολλών ετών. Πρωταρχικός στόχος του ήταν να αφυπνίσει στους ανθρώπους την επιθυμία να ζουν με αγάπη, ηθική, καθαρότητα και να αγωνίζονται για το ανώτερο.
Ιβάν Νικολάεβιτς Κράμσκοϊ: «Χλευασμός» (Χαίρε, Βασιλιά των Ιουδαίων)
Ο Ιησούς αποκαμωμένος, χλωμός, κουρελιασμένος, παραδομένος στη μοίρα του. Η πλοκή και η αφηγηματική φύση της εικόνας καθόρισαν την αρχιτεκτονική της. Στον ημιτελή πίνακα κυριαρχούν διακριτές οριζόντιες γραμμές, που διακόπτονται από την κατακόρυφη πέτρινη σκάλα. Στη σκιά της κόκκινης τέντας οι δικαστές. Στην αυλή ένα αδηφάγο πλήθος. Ο πίνακας αντηχεί ως μια εξοργισμένη και παθιασμένη έκκληση στη συνείδηση του λαού. «Όσο δεν μιλάμε σοβαρά για καλοσύνη και ειλικρίνεια, είμαστε σε ταύτιση με όλους αυτούς. Προσπαθήστε να εφαρμόσετε χριστιανικές ιδέες στη ζωή…» έγραψε ο Κράμσκοϊ. «Ένα εξαιρετικό, γιγάντιο έργο…Είναι γεμάτο ανακούφιση, ζωή, καινοτομία και ιστορική διαίσθηση» έγραψε ο Ιλία Ρέπιν
Νικολάε Γκε: «Σταύρωση»
Ο Στεπάν Γιαρέμιτς ήταν ο νέος που ο καλλιτέχνης χρησιμοποίησε ως μοντέλο για το έργο. Έγραψε γι’ αυτό ο Νικολάι Γκε «Ο Θεός μού έστειλε έναν αγαπητό φίλο, έναν νεαρό άνδρα που με υπηρετεί με απόλυτη ανιδιοτέλεια και κυριολεκτικά κρεμιέται όταν χρειάζεται! Και αυτή τη φορά αποδείχθηκε εκ νέου η ιδέα ότι η δημιουργική σκέψη προχωρά και καθοδηγεί τη φύση: αν δεν είχα συνθέσει τα πάντα, ο φίλος μου δεν θα μπορούσε να πάρει τις πόζες που ζήτησα, και, έχοντας δει την προσχεδιασμένη πόζα, τη μετέφερε με εκπληκτική ακρίβεια».
Ο Γιαρέμιτς χαρακτήρισε την πόζα ιδιαίτερα επώδυνη. Θηλιές, φτιαγμένες από πετσέτες ήταν στερεωμένες και στις δύο πλευρές του οριζόντιου δοκαριού. Πέρασε τα χέρια του μέσα από αυτές, αφήνοντας το σώμα του αιωρούμενο.
Νικολάι Νικολάεβιτς Γκε: Γολγοθάς
Ο πίνακας αποτελεί μέρος τού «Κύκλου των Παθών». Όσο πλησίαζε το τέλος του ευαγγελικού δράματος αλλά και το τέλος της ζωής του καλλιτέχνη, τόσο πιο εκφραστική γινόταν η γλώσσα του, τόσο πιο ελεύθερη η μορφή του, ξεχνώντας ακαδημαϊκούς κανόνες.
Είναι ενδιαφέρον ότι ο «Γολγοθάς» συμπίπτει χρονολογικά με ένα έργο-ορόσημο στην ευρωπαϊκή τέχνη, την «Κραυγή» του Έντβαρντ Μουνκ. Ο Γκε πιθανότατα δεν γνώριζε τη δημιουργία του διάσημου πίνακα του Μουνκ το 1893, αλλά μέχρι το τέλος του 19ου αιώνα, ο Ρώσος καλλιτέχνης διαισθάνθηκε επίσης το διάχυτο άγχος που πλανιόταν στον αέρα. Δέκα χρόνια θα περνούσαν μετά την ολοκλήρωση του τελευταίου έργου του Γκε «Σταύρωση» και ο κόσμος θα εκρήγνυται στην τραγωδία του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Ο Νικολάι Γκε, όπως πολλοί ευαίσθητοι καλλιτέχνες, «άκουσε» τους δυσοίωνους «υπόγειους τρόμους» της επερχόμενης αποκάλυψης.
Ναταλία Γκοντσάροβα: Ευαγγελιστές
Μία από τις θεμελιωτές της ρωσικής πρωτοπορίας, η Γκοντσάροβα απέτισε φόρο τιμής στα θρησκευτικά θέματα στο ώριμο έργο της. «Υποστηρίζω», έγραψε το 1912, «ότι η θρησκευτική τέχνη και η τέχνη που δοξάζει το κράτος ήταν πάντα η πιο μεγαλοπρεπής, η πιο τέλεια τέχνη και αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο γεγονός ότι μια τέτοια τέχνη, πάνω απ’ όλα, δεν είναι θεωρητική, αλλά παραδοσιακή»
Στο τετράπτυχο πάνελ «Οι Ευαγγελιστές» ο θεατής μπορεί να αισθανθεί την κλίση της καλλιτέχνιδας προς τις υψηλές παραδόσεις της αρχαίας ρωσικής μνημειακής ζωγραφικής. Η ιστορία των εκθέσεων του έργου είναι δραματική: κατασχέθηκε δύο φορές από τη λογοκρισία, η οποία το είδε «βλάσφημο και αντίθρησκο».
Μ. Β Νέστεροφ: «Ανάσταση
Οι τοιχογραφίες του Νέστεροφ στον Καθεδρικό Ναό του Αγίου Βλαδιμήρου αντανακλούν την ευλαβική του στάση απέναντι στο έργο του Γάλλου συμβολιστή Πιέρ Πυβί ντε Σαβάν και των Άγγλων Προραφαηλιτών. Η «Ανάσταση», είναι από τις χαρακτηριστικές πρώιμες μνημειώδεις συνθέσεις του καλλιτέχνη. Η ακαδημαϊκή αυστηρότητα της φόρμας, το ψυχρό και λιτό χρωματικό σχήμα και ο συναισθηματισμός της εικόνας δημιουργούν αίσθηση απόστασης από το θεατή, η οποία, ωστόσο, ήταν απολύτως σύμφωνη με το λειτουργικό σκοπό αυτής της εκκλησιαστικής εικόνας.
Βασίλι Περόφ: Αγροτική πομπή το Πάσχα
Το 1861, ο Περόφ, τιμήθηκε με χρυσό μετάλλιο από την Αυτοκρατορική Ακαδημία Τεχνών και το δικαίωμα να ταξιδέψει στο εξωτερικό. Ως ευχαριστία στην Ακαδημία ο καλλιτέχνης παρουσίασε το έργο που στάθηκε αιτία να χαρακτηρισθεί «ανήθικος, αμοραλιστής, αναιδής, χλευαστικός». Οι θεατές είδαν το ως σάτιρα όχι όμως και οι αρχές. Οι κριτικοί διχάστηκαν κι αυτοί: κάποιοι είδαν τον καλλιτέχνη ως υπερασπιστή του λαού και άλλοι ως καταστροφέα της υψηλής τέχνης.
Ο θεατής βλέπει μια άτακτη, μεθυσμένη πομπή με εικόνες και λάβαρα με φόντο ένα ζοφερό ανοιξιάτικο αγροτικό τοπίο. Ο ιερέας, με τα εορταστικά του άμφια, μεθυσμένος, έχει πατήσει ένα πασχαλινό αυγό, του έχει πέσει ο σταυρός, μετά βίας μπορεί να περπατήσει. Δίπλα του ένας χωρικός παλεύει να σταθεί στα πόδια του, ο άλλος κοιμάται βαθιά. Η νεαρή χωρική ψέλνοντας απομακρύνεται από την πομπή. Στη βεράντα, η γυναίκα ρίχνει νερό για να συνεφέρει το μεθυσμένο σύζυγό της. Ένας ηλικιωμένος κουρελής κρατάει ανάποδα την εικόνα, αδιάφορος για τη σύγχυση. Ο τοπικός παράγοντας στο δικό του κόσμο προφανώς μεθυσμένος.
Οι θεατές είδαν το έργο ως σάτιρα όχι όμως και οι αρχές. Οι κριτικοί διχάστηκαν κι αυτοί: κάποιοι είδαν τον καλλιτέχνη ως υπερασπιστή του λαού και άλλοι ως καταστροφέα της υψηλής τέχνης.
Εκπρόσωποι της Ιεράς Συνόδου απαίτησαν απόσυρση του πίνακα. Ακόμα και το φιλελεύθερο καθεστώς του Αλεξάνδρου Β’ απαγόρευσε τη δημόσια προβολή του πίνακα.
Ιλία Ρέπιν: Θρησκευτική Πομπή στην Επαρχία Κουρσκ»
Ο πίνακας ολοκληρώθηκε μεταξύ 1880 και 1883 και απεικονίζει την θρησκευτική πομπή προς τιμήν της Εικόνας της Θεοτόκου της Ρίζας του Κουρσκ, η οποία μεταφερόταν την ένατη Παρασκευή μετά το Πάσχα στο Ερημητήριο της Ρίζας και επέστρεφε το Σεπτέμβριο. Ο πίνακας αυτός όπως και «η Πομπή στο δάσος με τις βελανιδιές» θεωρούνται από τις σημαντικότερες του Ιλία Ρέπιν.
Ο συγγραφέας Κόρνεϊ Τσουκόφσκι έγραψε στα απομνημονεύματά του ότι μόνο ο Λέον Τολστόι θα μπορούσε να απεικονίσει ένα τέτοιο πλήθος χαρακτήρων «από την καρδιά του λαού», όπως έκανε ο Ρέπιν. «Όλο αυτό το πλήθος από βηματισμούς, γενειάδες, κοιλιές, χαμηλά μέτωπα, λάβαρα, μαστίγια και ιδρωμένα μαλλιά – όλα αυτά τόσο φυσικά συγχωνεύτηκαν και συνυφάνθηκαν σε μια ενιαία μάζα, όσο πουθενά αλλού σε κανέναν πίνακα. … Αν παρακολουθήσετε ολόκληρη αυτή την πομπή για δέκα λεπτά, η στερεοσκοπική της ποιότητα θα φτάσει στο σημείο της ψευδαίσθησης και το φόντο της θα υποχωρήσει πολύ στο βάθος, τουλάχιστον ένα τέταρτο του μιλίου»
Αρχική εικόνα
Βασίλι Ντμιτρίβιτς Πολένοφ: « Έφερε χαρά σε όσους θρηνούσαν» (1899)
Ένα έργο με έντονη πνευματικότητα που εμπνεύστηκε από το βιβλίο του Ερνέστου Ρενάν «Ο βίος του Ιησού» και ανήκει σε ένα κύκλο 58 έργων του με θέμα τη ζωή του Ιησού. Έγραψε για τη δουλειά του αυτή «Το έργο που έχω μπροστά μου είναι δύσκολο—ανυπέρβλητο, αλλά δεν μπορώ να το αρνηθώ· είμαι γοητευμένος από το μεγαλείο αυτού του Ανθρώπου και την ομορφιά της αφήγησης γι’ Αυτόν...». Τα έργα εκτέθηκαν για πρώτη φορά στην Αγία Πετρούπολη το 1909.
Last modified: 07/04/2026

















Λίλα Παπούλα: Οι τοίχοι ρουφούν το χρόνο και παγιδεύουν τη μνήμη
2020: Τι χρονιά κι αυτή!…
Γέννηση: Κάτι τελειώνει και κάτι νέο αρχίζει
Pascaline Bossu: Γιατί το παιδί δεν μαθαίνει να ζωγραφίζει μέσα από τις χρωμοσελίδες









