Ίων Βορρές: Το συλλέγειν για εμένα, είναι αποτέλεσμα ενός ψυχικού και αισθητικού σοκ

ΙΩΝ ΒΟΡΡΕΣ

Γράφουν

Ελισάβετ Μπαργκ – Ιστορικός Τέχνης, Μουσειολόγος

Ήρα Παπαποστόλου – Κριτικός & Ιστορικός Τέχνης

Η τελική μεγάλη ψυχική και συναισθηματική ικανοποίηση για κάθε συλλέκτη είναι η πεποίθηση ότι τελικά το δημιούργημά του, δηλαδή το προβληματικό αυτό παιδί που με τόση φροντίδα και αγωνία το περιέβαλε στη ζωή του, μεταμορφώνεται ξαφνικά στην Κιβωτό του, στο επιτύμβιο θα έλεγα μνημείο που θα διατηρήσει ζωντανές τη μνήμη και την ψυχή του συλλέκτη εσαεί. Υπάρχει ωραιότερος επίλογος μιας ολόκληρης ζωής;

-Πότε ξεκινήσατε τη συλλογή σας; Ποιο ήταν το πρώτο σας απόκτημα; Στην οικογένειά σας υπήρχαν συλλέκτες;
Η συλλογή με συστηματικό τρόπο, ξεκινά λίγο πριν τα μέσα της δεκαετίας του 60, καταρχήν αντικειμένων που είχαν να κανούν με τη λαϊκή μας παράδοση  όπως για παράδειγμα γουρνών, μυλόπετρων, πυθαριών, διαφόρων αρχαιοτήτων, εικόνων κ.α., τα οποία και σήμερα απαρτίζουν την συλλογή που μπορεί κάποιος να δει στο λαογραφικό κομμάτι του Μουσείου Βορρέ. Στη συνέχεια, αρχίζω να συλλέγω σύγχρονη ελληνική τέχνη. Τα πρώτα έργα που απέκτησα, είναι από μια έκθεση του Αλέκου Κοντόπουλου το 1974. Ένα από αυτά μάλιστα, το «Βιολέτες στο μπαλκόνι» το έχω ακόμα στην κατοχή μου.
Από την οικογένεια μου, είμαι ο πρώτος του είδους μου, εννοώ συλλέκτης. Στην οικογένειά μου, φαινόταν πολύ περιέργη η ενασχόληση μου με όλα αυτά τα αντικείμενα, μάλιστα υπάρχει και μια ενδιαφέρουσα σχετική ιστορία, ο αείμνηστος πατέρας μου, ένας πρακτικός και επιτυχημένος επιχειρηματίας, αγωνιούσε συνεχώς για την ακατάσχετη αιμορραγία της οικογενειακής περιουσίας για την υλοποίηση του δικού μου καλλιτεχνικού οράματος, πριν πεθάνει, με παρακάλεσε να επισκεφθώ ένα φίλο του ψυχίατρο μήπως και καταφέρει να με θεραπεύσει από την αχαλίνωτη συλλεκτική μου μανία, την οποία πολύ σωστά θεωρούσε σαν μια σοβαρή ασθένεια.  Σαν καλός γιος εκτέλεσα την επιθυμία του και επισκέφθηκα μάλιστα όχι έναν αλλά δύο ψυχιάτρους, έναν στην Αθήνα και έναν στην Ελβετία.  Αμφότεροι με διαβεβαίωσαν ότι η ασθένειά μου είναι ανίατη και η μόνη μου παρηγοριά είναι το γεγονός ότι υπάρχουν χειρότερες ασθένειες. Αργότερα προς μεγάλη μου έκπληξη ανακάλυψα ότι και οι δύο ψυχίατροι ήταν και αυτοί φανατικοί συλλέκτες

-Ποιο ήταν το κίνητρο που σας έκανε συλλέκτη: η αγάπη για την τέχνη, το είδατε σαν επένδυση, ξεκίνησε ως χόμπι;
Το Μουσείο Βορρέ και κατ’ επέκταση το συλλέγειν για εμένα, είναι αποτέλεσμα ενός ψυχικού και αισθητικού σοκ.  Όταν το 1962 επέστρεψα στην Αθήνα από τον Καναδά μετά από απουσία πολλών ετών, έφριξα με την τσιμεντοποίηση, την κακογουστιά και την περιβαλλοντική φθορά που μάστιζαν τη μεταπολεμική Ελλάδα.  Αποφάσισα τότε να κάνω κάτι για να περισώσω και να προβάλλω ένα γνήσιο ελληνικό περιβάλλον. Κάτι άλλο, σαφως μορφοποιημένο, δεν υπήρχε στο μυαλό μου. Σαφώς είχε να κάνει με αγάπη, σαφώς είχε να κάνει με μεράκι. Ξέρετε υπάρχει αυτό που πάντα λέω «Συλλέκτης γεννιέσαι, δεν γίνεσαι». Αρά λοιπόν πιο πολύ, οι συνθήκες, βοήθησαν να έρθει στην επιφάνεια μια εσωτερική ανάγκη, ένα πάθος που δεν μπορώ να εκφράσω με λόγια. Σίγουρα η τέχνη είναι επένδυση κα μάλιστα από τις πιο αποδοτικές, αλλά σε καμία περίπτωση δεν ήταν ο λόγος που ξεκίνησε αυτή εδώ η περιπέτεια.

ΙΩΝ  ΒΟΡΡΕΣ-Ποια είναι η σχέση σας με τους καλλιτέχνες; Αναπτύσσετε σχέση με τον καλλιτέχνη του οποίου το έργο θαυμάζετε ή μένετε σε μια αυστηρά επαγγελματική σχέση;
Όπως αντιλαμβάνεστε, μετά από σαράντα χρόνια συλλεκτικής δραστηριότητας, και να ήθελα να μείνω σε μια καθαρά επαγγελματική σχέση, θα ήταν πολύ δύσκολο. Πάντα με ενδιέφερε η προσωπικότητα, ο άνθρωπος πίσω από το έργο. Τι έχει να πει, πως αντιμετωπίζει τη δουλεία του, και βέβαια νιώθω πολύ χαρούμενος και περήφανος για όλες αυτές τις σχέσεις που αναπτύχθηκαν μέσα από αυτή μου την δραστηριότητα. Για μένα είναι εξίσου σημαντικές με τη συλλογή που δημιουργήθηκε.

-Πως επιλέγετε τα έργα: σας επηρεάζει αν είναι Έλληνες ή ξένοι, άντρες ή γυναίκες, ή αν είναι μαθητές κάποιων συγκεκριμένων καθηγητών της ΑΣΚΤ;
Το  Μουσείου Βορρέ, είναι ένα καθαρά προσωπικό όραμα. Δυο βασικά κριτήρια υπάρχουν για την επιλογή των έργων: το πρώτο φυσικά βασίζεται στο προσωπικό μου γούστο. Το δεύτερο σχετίζεται με το κατά πόσο ένα έργο είναι απαραίτητο για να συμπληρώσει ένα κενό στη συλλογή του μουσείου, η οποία παρουσιάζει αποκλειστικά σύγχρονη ελληνική τέχνη, κυρίως του δεύτερου μισού το 20ου αιώνα, ξεκινώντας από τη γενιά του 30 με πολύ σημαντικά παραδείγματα και εστιάζοντας στις γενιές του 60 και του 80, χωρίς να περιορίζεται σε συγκεκριμένα εικαστικά είδη.

Πως ενημερώνεστε: από κάποιον ιστορικό τέχνης – σύμβουλό σας, από τις γκαλερί, από τις μεγάλες foires; Από που αγοράζετε τα έργα: από γκαλερί, από τα ατελιέ των ζωγράφων; Με ποιά συχνότητα αγοράζετε;
Γκαλερί, ατελιέ ζωγράφων, δημοπρασίες, foires από παντού έχω αγοράσει. Η συχνότητα των αγορών πλέον και λόγω της γενικότερης οικονομικής συγκυρίας έχει πέσει, αν και εκέι που έχουν φτάσει οι τιμές, είναι από τις καλύτερες περιόδους, κάποιος να ξεκινήσει συλλογή ελληνικής τέχνης. Σήμερα με 200 χιλιάδες ευρώ κάνεις μουσείο σύγχρονης ελληνικής τέχνης.

3-Θεωρείτε ότι στην Ελλάδα ο συλλέκτης έχει την αξία που του πρέπει ως άνθρωπος που προάγει τον πολιτισμό στη χώρα του; Ποιός πιστεύετε ότι είναι ο ρόλος σας στην εικαστική σκηνή: έχετε επηρεάσει κάποιες τάσεις;
Δεν ξέρω ποιά είναι η αξία που πρέπει σε έναν συλλέκτη, αυτό που ξέρω, είναι πως ο συλλέκτης πρώτα από όλα συλλέγει για τον εαυτό του, για να ικανοποιήσει μια προσωπική ανάγκη. Βέβαια είναι μεγάλη η ηθική ικανοποίηση όταν αντικρίζω τους χιλιάδες μαθητές που δεχόμαστε κάθε χρόνο, καθώς και το γενικό κοινό. Βλέποντας τον κόσμο αυτό είναι μια πρόσθετη απτή επιβεβαίωση για εμένα του βασικού ρόλου που παίζει σήμερα ένα μουσείο στον εκδημοκρατισμό της καλλιτεχνικής δημιουργίας ως σημαντική πηγή εκπαίδευσης και ψυχαγωγίας.

-Εκτιμάτε ότι οι κρατικοί φορείς του πολιτισμού ενισχύουν το έργο σας;
Το Μουσείο Βορρέ εδώ και πολλά χρόνια δεν επιχορηγείται και όταν αυτό έχει συμβεί, έχει συμβεί σποραδικά.

-Η οκονομική κρίση επηρεάζει τη συλλεκτική σας δραστηριότητα; Πως χρηματοδοτείτε τη συλλογή σας;
Δεν ζούμε μέσα σε γυάλα, είναι φυσικό να μας έχει επηρεάσει και εμάς η όλη κατάσταση. Το βάρος εδώ και πολύ καιρό έχει πέσει στη οικονομική υποστήριξη του Μουσείου και των δραστηριοτήτων του, περιθώριο για αγορές αυτή την περίοδο δεν υπάρχει.

Ποια είναι η εικόνα του κόσμου για έναν συλλέκτη;
Το τελικό συμπέρασμα, είναι ότι η σχέση του συλλέκτη με τη συλλογή του είναι ένας συναισθηματικός δεσμός μιας ολόκληρης ζωής που καθορίζει ολόκληρο τον κόσμο του, ένα πλούσιο μωσαϊκό από ανθρώπινες εμπειρίες, καθρέπτης του εαυτού του, καθρέπτης του πνευματικού και αισθητικού του είναι. Η συλλογή, κατά κάποιο τρόπο είναι το αγαπημένο του παιδί και είναι ακριβώς ιδιαίτερα αγαπητό γιατί το παιδί αυτό είναι εκ φύσεως προβληματικό, χρειάζεται δηλαδή συνεχή παρακολούθηση, συντήρηση και προστασία. Γι’αυτό και ένα αγχώδες πρόβλημα που αντιμετωπίζουμε εμείς οι συλλέκτες είναι η τύχη της συλλογής μας μετά τον θάνατό μας. Η τελική μεγάλη ψυχική και συναισθηματική ικανοποίηση για κάθε συλλέκτη είναι η πεποίθηση ότι τελικά το δημιούργημά του, δηλαδή το προβληματικό αυτό παιδί που με τόση φροντίδα και αγωνία το περιέβαλε στη ζωή του, μεταμορφώνεται ξαφνικά στην Κιβωτό του, στο επιτύμβιο θα έλεγα μνημείο που θα διατηρήσει ζωντανές τη μνήμη και την ψυχή του συλλέκτη εσαεί. Υπάρχει ωραιότερος επίλογος μιας ολόκληρης ζωής;

 

Ενώ επεξεργαζόμασταν  τη συνέντευξη που μας παραχώρησε στο τέλος της περασμένης εβδομάδας, ήρθε η είδηση του θανάτου του Ίωνα Βορρέ. Ο ευπατρίδης της ελληνικής τέχνης έφυγε από τη ζωή σήμερα, 27 Φεβρουαρίου. Η συνέντευξη εντάσσεται στη σειρά Έλληνες συλλέκτες της Ήρας Παπαποστόλου και της Ελισάβετ Μπαργκ.

βορρεσ ιωνΟ Ίων Βορρές είναι ο άνθρωπος που ανάλωσε το μεγαλύτερο μέρος της πατρογονικής του περιουσίας για τη δημιουργία και στήριξη του Μουσείου Βορρέ στην Παιανία.
 Η οικογένεια του καταγόταν από τα Φιλιατρά Μεσσηνίας. Αποφοίτησε από το Κολλέγιο Αθηνών. Είχε δίπλωμα των Οικονομικών & Πολιτικών Επιστημών από το Πανεπιστήμιο του Queen’s στο Οντάριο του Καναδά και ανώτερο δίπλωμα Φιλοσοφίας και Ψυχολογίας από το Πανεπιστήμιο του Τορόντο. Φοίτησε επίσης στο Ontario College of Education. Απέκτησε την Καναδική υπηκοότητα και διετέλεσε δημοσιογράφος σε μεγάλες Καναδικές εφημερίδες, πάντα προβάλλοντας σε διαλέξεις και άρθρα τον διαχρονικό ελληνικό πολιτισμό.  Μεταξύ 1991-98 διετέλεσε Δήμαρχος Παιανίας. Κατά τη διάρκεια της Γερμανικής Κατοχής υπηρέτησε με ομάδα Αμερικανών αξιωματικών, μελών της OSS (Organization Strategical Services) στα βουνά της Ευβοίας. Το 1955 οργάνωσε την πρώτη μεταπολεμική Βυζαντινή έκθεση εικόνων στο Τορόντο του Καναδά, καθώς και έκθεση ζωγραφικής Ελληνίδων καλλιτεχνών. Το 1967 διορίστηκε με βαθμό Πρέσβη ως Διευθυντής του Ελληνικού Περιπτέρου στη Διεθνή Έκθεση του Μόντρεαλ.
 Ήταν ο μόνος Καναδός υπήκοος διευθυντής ξένου περιπτέρου στην έκθεση. Το βιβλίο του «Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΤΩΝ ΤΣΑΡΩΝ», τα απομνημονεύματα της Μεγάλης Δούκισσας Όλγας, αδελφής του τελευταίου Τσάρου της Ρωσίας Νικολάου Β’ η οποία ζούσε εξόριστη κοντά στο Τορόντο, εκδόθηκε στις Η.Π.Α. και Αγγλία το 1965. Το 2001 έλαβε τιμητικά τον τίτλο του Δρ. Καλών Τεχνών από το Αμερικανικό Κολλέγιο της Ελλάδος. Επιλέχθηκε ως «Άνδρας της Χρονιάς 2009″ για την Ελλάδα από το Αμερικανικό Βιογραφικό Ινστιτούτο. Το 2009 έλαβε το ανώτατο τιμητικό παράσημο «Order of Canada» από την Κυβερνήτη του Καναδά, Α.Ε. Michalle Jean

 

 Το συγκεκριμένο αφιέρωμα γεννήθηκε με αφορμή το διδακτορικό της Ελισάβετ Μπαργκ με τίτλο “Ιδιωτικά Πάθη στο Δημόσιο Χώρο” όπου ξεδιπλώνεται η ιστορία της συλλεκτικής δραστηριότητας στην Ελλάδα τον 20ο αιώνα, με κύριο θέμα τη σχέση του συλλέκτη με την πολιτιστική δραστηριότητα της χώρας.
Στο τέλος του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ου αιώνα, οι συλλέκτες προτιμούσαν να δωρίζουν τα έργα τους σε δημόσια μουσεία. Για παράδειγμα, οι συλλογές της Εθνικής Πινακοθήκης καθώς και του Αρχαιολογικού Μουσείου βασίστηκαν σε ιδιωτικές πρωτοβουλίες, σε αντίθεση με το Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης που έχει αποκτήσει έργα κυρίως αγοράζοντάς τα.

Σήμερα, οι συλλέκτες προτιμούν να κάνουν ιδιωτικά ιδρύματα και εκθέσεις που να μην σχετίζονται με τους δημόσιους φορείς παρόλο που η δραστηριότητά τους ταυτίζεται με το δημόσιο όφελος.

Θελήσαμε να μιλήσουμε με μερικούς από αυτούς για να μάθουμε πως βλέπουν οι ίδιοι σήμερα τη θέση τους στην ελληνική εικαστική σκηνή. Οι ερωτήσεις είναι οι ίδιες για όλους.

 

 

Last modified: 27/02/2015