Franz Cizek. Απελευθέρωσε την «ψυχή» του καλλιτέχνη από το παιδί

Η τέχνη ως μέσον δημιουργικής ενασχόλησης αποτελεί θεμελιώδη προϋπόθεση για την ανάπτυξη του παιδιού. Η εξοικείωση με την οπτική αισθητική αποδεικνύεται σημαντική για τα μετέπειτα χρόνια.
Η τέχνη βοηθά στο παιδί να καλλιεργήσει λεπτές κινητικές δεξιότητες, το εξοικειώνει με τις έννοιες των μαθηματικών – κυρίως λόγω των σχημάτων – του δίνει μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση καθώς νιώθει καλά με τον εαυτό του, του διδάσκει να μαθαίνει από τα λάθη του. Μη ξεχνάμε αυτό που έλεγε ο Αρνό, με τίποτε άλλο το παιδί δεν είναι τόσο μόνο, όσο με τη ζωγραφική.

Μικρή καλλιτέχνιδα στο εργαστήριο της Νεανικής Τέχνης της Βιέννης.

Η παιδική τέχνη άρχισε να απασχολεί καλλιτέχνες και επιστήμονες από την περίοδο του διαφωτισμού. Μια πρωτόφαντη για την εποχή του  άποψη διατυπώνει ο Ζαν Ζακ Ρουσσώ στο μυθιστόρημα «Αιμίλιος», ουσιαστικά το πρώτο βιβλίο στη Δύση που ασχολείται με τη φιλοσοφία της εκπαίδευσης. Με την παιδική τέχνη καταπιάνεται σε πολλά από τα εκπαιδευτικά του βιβλία και ο J.Η. Pestalozzi. Άλλωστε ο Ελβετός παιδαγωγός είναι αυτός που συνέβαλε τα μέγιστα ώστε να εξαλειφθεί ο αναλφαβητισμός από τη χώρα του τις πρώτες δεκαετίες του 18ου αιώνα.
Στο Λονδίνο από το 1850 η παιδική τέχνη απασχολεί εκπαιδευτικούς και παιδαγωγούς σε συνάρτηση πολλές φορές με τα μαθήματα επαγγελματικής κατάρτισης. Αποκορύφωμα η εισήγηση για την «Παιδεία στην Τέχνη» που παρουσιάζεται σε διεθνές συνέδριο για την Υγεία στο Λονδίνο. Το 1887 ο Ιταλός Corrado Ricci δημοσιεύει το πρώτο βιβλίο παιδικής τέχνης με 1250 έργα παιδιών. Ο Ricci, διακεκριμένος αρχαιολόγος, ιστορικός τέχνης και φωτογράφος αργότερα πλαισίωσε το Μουσολίνι και υπηρέτησε το φασιστικό καθεστώς από καίρια πόστα.

Ο Cizek και οι μαθητές του

Τρία χρόνια αργότερα στο Λονδίνο πραγματοποιείται η πρώτη έκθεση παιδικής ζωγραφικής.
Την ίδια περίοδο στη Βιέννη δραστηριοποιείται ο Τσέχος καλλιτέχνης και παιδαγωγός Franz Cizek, ο οποίος με ρηξικέλευθες ιδέες και μεθόδους φέρνει τη δική του επανάσταση στην παιδική τέχνη, της οποίας χαρακτηρίζεται ως ο κυριότερος εισηγητής. Επίσης σ’ αυτόν,  και τους συνεργάτες του πιστώνεται ο όρος «ελεύθερη έκφραση».
O Franz Cizek δραστηριοποιήθηκε στη Βιέννη από τις αρχές του περασμένου αιώνα. Ως καλλιτέχνης, δάσκαλος και παιδοψυχολόγος υποστήριξε και διευκόλυνε έναν αποδεκτό τρόπο αυθόρμητης έκφρασης των παιδιών. Οι μελέτες του και η ενασχόληση με τα παιδιά ήταν επίμονες και πολύχρονες. Αυτή η προσπάθεια είναι που του χάρισε τον τίτλο «πατέρας της δημιουργικής διδασκαλίας της τέχνης».
Η προσέγγιση του στη διδασκαλία ήταν εντυπωσιακά διαφορετική από το ανελαστικό και άκρως προκαθορισμένο πρόγραμμα αντιγραφής και εντοπισμού που προσφέρονταν στα δημοτικά σχολεία στις αρχές του 20ου αιώνα.

Με ένα δίωρο πρόγραμμα κάθε Σάββατο, στο οποίο μετείχαν μαθητές ηλικίας 5 ως 14 ετών, ο Cizek προσέγγισε την τέχνη δημιουργώντας ένα περιβάλλον φιλικό προς τα παιδιά, χωρίς προκαθορισμένη διδασκαλία. Το έργο βασίστηκε στη φιλοσοφία καλλιέργειας της δημιουργικής τάσης που υπάρχει έμφυτη σε όλα τα παιδιά, επιτρέποντας να πειραματισθούν ελεύθερα πάνω σε δικές τους ιδέες μέσα από μια σειρά υλικών.
Ο Cizek έτρεφε βαθύ θαυμασμό και σεβασμό για τα έργα τέχνης των παιδιών καθώς θεωρούσε ότι η έκφραση τους είναι καθαρότερη και ανόθευτη από τη φύση τους. Με λίγα λόγια, στόχος ζωής του Franz Cizek ήταν να προσφέρει ένα ελεύθερο (τόσο οικονομικά όσο και ψυχολογικά) καλλιτεχνικό περιβάλλον, όπου τα παιδιά θα μπορούσαν να απολαμβάνουν την «αυτο-ανακάλυψη».
Δεν ισχυρίστηκε ποτέ ότι δημιουργεί μελλοντικούς καλλιτέχνες, απλώς επέτρεπε στα παιδιά να ανακαλύψουν και να εκφράσουν την έμφυτη δημιουργικότητα τους. Μια μαθήτριά του, που αργότερα εργάστηκε ως κλωστοϋφαντουργός, ανέφερε ότι ο Cizek κάθε άλλο παρά για τη δημιουργία καλλιτεχνών ενδιαφέρθηκε. Περισσότερο επικεντρώθηκε στην εξέλιξη της καλλιτεχνικής προσωπικότητας κάθε ατόμου. Υπηρέτησε ένα έργο ζωής που στόχευε στη μελέτη των παιδιών και στον τρόπο με τον οποίο μαθαίνουν.
Ο Cizek γεννήθηκε το 1865 στην πόλη Λιτομέριτσε της Τσεχίας. Στα 19 του μετακόμισε στη Βιέννη και γράφτηκε στην Ακαδημία Καλών Τεχνών. Το 1885 νοίκιασε ένα δωμάτιο στο σπίτι κάποιου ξυλουργού με πολυμελή οικογένεια. Στα παιδιά του ξυλουργού άρεσε να επισκέπτονται το δωμάτιο του Cizek, καθώς τους έδινε διάφορα υλικά για να ζωγραφίζουν και να σχεδιάζουν ενθαρρύνοντας τους να ζωγραφίζουν αυτά που σκέφτονταν. Σε μια φιλική ατμόσφαιρα, χωρίς καθοδήγηση και υποδείξεις, ο Cizek είδε πόσο χαρούμενα ήταν τα παιδιά με την αυτοανακάλυψη και πόσο τους άρεσε να κάνουν τέχνη. Ο Cizek εντυπωσιάστηκε πραγματικά από την αμεσότητα, τον αυθορμητισμό και την αγνότητα που διέκρινε στα σχέδια αυτών των παιδιών.
Κατέληξε στο συμπέρασμα ότι όλα τα παιδιά, εκδηλώνονται με παρόμοιο τρόπο όταν απασχολούνται σε ένα περιβάλλον ελεύθερης έκφρασης και αφήνουν τη φαντασία τους να εκδηλωθεί. Γι’ αυτό πίστευε ότι η Βιέννη ήταν ένας ιδανικός χώρος καλλιτεχνικής δραστηριότητας.

Ο Franz Cizek στη δεκαετία του ’20

Προσχώρησε στις ιδέες των Ζετσεσιονιστών, ανέπτυξε φιλικές σχέσεις και μελέτησε τις ιδέες των κορυφαίων αρχιτεκτόνων Ότο Βάγκνερ, Γιόζεφ Μαρία Όλμπριχ, των εικαστικών καλλιτεχνών  Κόλομαν Μόζερ και Γκούσταφ Κλιμτ.
Μοιράστηκε μαζί τους την έρευνά του και το έργο των νεαρών μαθητών του και οι διάσημοι δημιουργοί γοητεύτηκαν από την αυθεντική έκφραση που ανακάλυψαν σ’ αυτές τις «ατελείς» εικόνες. Έτσι ενθάρρυναν τον Cizek να ξεκινήσει το δικό του σχολείο. Ενθουσιασμένος από την ανταπόκριση της δουλειάς του στους κορυφαίους εκείνη την περίοδο στη Βιέννη, ζήτησε από τις εκπαιδευτικές αρχές να υιοθετήσουν τις προτάσεις του. Στην αίτηση του μεταξύ άλλων είχε καταθέσει μια απλή αλλά όπως αποδείχθηκε επαναστατική προτροπή: «Αφήστε τα παιδιά να μεγαλώνουν, να αναπτύσσονται και να ωριμάζουν».
Οι αρχές δεν δέχτηκαν αμέσως μια τέτοια «απλοϊκή» πρόταση αλλά με το χρόνο και τη βαθμιαία βελτίωση του προγράμματος, το 1897 επέτρεψαν στον Cizek να ξεκινήσει μια νέα κατηγορία μαθημάτων για τη νεανική τέχνη. Βέβαια στην πορεία κάποιοι συντηρητικοί εκπαιδευτικοί αντέδρασαν στις μεθόδους του Τσέχου καλλιτέχνη και ζητούσαν από τις αρχές να ανακαλέσουν την άδεια λειτουργίας του εργαστηρίου. Αργότερα άλλοι επικριτές του Cizek υποστήριζαν ότι τα παιδιά δεν ενεργούσαν εντελώς ελεύθερα. Ότι ο Cizek μιλούσε στα παιδιά για διάφορες έννοιες σχετικά με την τέχνη.
Η συμμετοχή στις νέες τάξεις του σχολείου ήταν ελεύθερη, χωρίς επιβάρυνση για τα παιδιά της Βιέννης, με στόχο να αναδεικνύουν τη δική τους ελεύθερη βούληση. Τα παιδιά πριν ενταχθούν στη «νεανική τέχνη» περνούσαν από συνέντευξη επιλογής. Όχι για το ταλέντο τους ή την κοινωνική τους προέλευση. Απλώς έπρεπε να διαπιστωθεί αν μπορούσαν ή είχαν διάθεση να συνυπάρξουν σε μια καλλιτεχνική συντροφιά και να σέβονται ο ένας τη δουλειά του άλλου. Κάθε Σάββατο παρακολουθούσαν τη «νεανική τέχνη» πενήντα παιδιά.
Οι συνεργάτες του τμήματος προέρχονταν από το διδακτικό προσωπικό της Σχολής Εφαρμοσμένης Τέχνης του Πανεπιστημίου της Βιέννης.
Μεταξύ των συνεργατών ήταν και η Erika Giovanna Klien η οποία νωρίτερα υπήρξε μαθήτρια του Cizek. Ακολουθώντας την άποψη του Cizek «Από κάθε υλικό, κάτι δημιουργικό μπορεί να προκύψει» οι συνεργάτες του τμήματος «νεανική τέχνη» ενθάρρυναν τα παιδιά να εξερευνούν μια μεγάλη ποικιλία υλικών δημιουργώντας ζωγραφική με κιμωλία, με μολύβια, κολλάζ και χαρτοκοπτικές, ξυλογλυπτική, γλυπτική, κέντημα, πλέξιμο, χάραξη και εκτύπωση μπλοκ από ξύλο και ζωγραφική με τέμπερα.

Σχέδιο από το πρώτο βιβλίο παιδικής τέχνης του Corrado Ricci

Ο Cizek ανακάλυψε επίσης τη διαδικασία χάραξης και εκτύπωσης  γραμματοσειράς από λινέλαιο, linocut. Ο λινοτάπητας ήταν ένα αρκετά νέο υλικό που φτιαχνόταν από λιναρόσπορο, φελλό και σκόνη ξύλου και ήταν προσαρτημένο σε ένα υπόστρωμα από ύφασμα. Το χρησιμοποιούσαν, κυρίως, για την επένδυση δαπέδων. Ήταν εξαιρετικά προσιτό υλικό για μικρά παιδιά που μπορούσαν να χαράξουν ευκολότερα απ’ ότι σε μια συνηθισμένη ξύλινη επιφάνεια. Το πείραμα του Cizek με τα παιδιά, κατέστησε πολύ δημοφιλές υλικό το Linocut ως μορφή τέχνης. Το υιοθέτησαν για τις εκτυπώσεις τους οι Ζετσεσιονιστές και η μέθοδος επεκτάθηκε και διαδόθηκε στη Γερμανία και τη Γαλλία ως η νέα μόδα εκτύπωσης.

Σε αίθουσα διδασκαλίας της Erika Giovanna Klien

Η νεαρή Erika Klien ήταν μια ελπιδοφόρα και μικρού εύρους καλλιτέχνιδα που αναζητούσε τη δική της καλλιτεχνική φωνή. Κατά τη διάρκεια των σπουδών της στη Σχολή Εφαρμοσμένης Τέχνης της Βιέννης, στράφηκε με ενθουσιασμό στη σοφία του Franz Cizek. Υιοθέτησε τη Θεωρία της Διακοσμητικής Μορφής και γρήγορα εντάχτηκε στη μεγάλη καλλιτεχνική συνεισφορά του Cizek στον κόσμο της τέχνης, στην ανάπτυξη του βραχύβιου αλλά συναρπαστικού κινήματος που έμεινε γνωστό ως Βιεννέζικος Κινητισμός (Kinetism Vienneze). Μπορεί ο όρος Kinetism να έχει ελληνική ρίζα, αλλά αποτελεί τη βιεννέζικη άποψη του γαλλικού κυβισμού, του ιταλικού φουτουρισμού και του ρωσικού κονστρουκτιβισμού.

Κέντημα από το εργαστήριο Νεανικής Τέχνης της Βιέννης

Η Klien κυριολεκτικά αιχμαλωτίστηκε από αυτό το νέο πνεύμα. Γρήγορα έγινε μία από τους πιο προικισμένες μαθήτριες του Cizek και ενσωμάτωσε τις θεωρίες του Κινητισμού στα σχέδια της και τη ζωγραφική της. Ανακάλυψε τη χαρά να δουλεύεις με παιδιά και  αφοσιώθηκε στη διδασκαλία μικρών παιδιών, βοηθώντας τον Cizek στην τάξη «Art Juvenile Art».
Ο Cizek την εμπιστευόταν απόλυτα και την έχρισε ως την πιο αξιόπιστη συνεργάτιδα του. Εκπροσωπούσε τον Cizek και ανέλυε τις μεθόδους του  σε πολλά σχολεία και συνέδρια σε όλη την Ευρώπη. Για την Klien η αγάπη για τη διδασκαλία αλλά και η τέχνη υπήρξαν στοιχεία αδιάσπαστα. Γι’ αυτό σε όλη της τη ζωή ασχολήθηκε με αυτά τα δύο.
Το 1929 η Erika Giovanna Klien «πέταξε» για τη Νέα Υόρκη, μεταφέροντας μαζί της την ελπίδα και την υπόσχεση της καλλιτεχνικής αναγνώρισης και την έντονη αισιοδοξία να φέρει τη μέθοδο διδασκαλίας Cizek στις Ηνωμένες Πολιτείες. Επόμενο ήταν η Erika Giovanna Klien η σημαντικότερη μαθήτρια του Cizek, να «συναντηθεί» στις Ηνωμένες Πολιτείες με την παιδαγωγό που κυριαρχούσε για δεκαετίες στην Αμερική, την Helen Parkhurst, δημιουργό του σχεδίου Dalton.

Ζωγραφικό έργο της Erika Giovanna Klien

Από την αρχή υπήρξε μεγάλη κατανόηση μεταξύ των δύο γυναικών καθώς για την Klien η φιλοσοφία διδασκαλίας του Cizek ήταν «συγγενής» με εκείνη που είχε υιοθετήσει η Helen Parkhurst στην εκπαιδευτική της πρακτική. Και οι δύο έδωσαν έμφαση στην ελευθερία δράσης του παιδιού καλλιεργώντας στους μαθητές την υγιή τάση να ανακαλύπτουν μόνοι τους το δρόμο που ήθελαν να ακολουθήσουν και να καθοδηγούνται από τους προσωπικούς τους ρυθμούς και αποφάσεις. Οι δύο αυτές προϋποθέσεις ήταν θεμελιώδεις για τις δύο παιδαγωγούς.
Αυτή η σύμπτωση θέσεων ήταν ο λόγος που η Helen Parkhurst κάλεσε την Erika Klien στο Dalton, διαβλέποντας ότι μπορούσε να διευρύνει το δικό της σχέδιο και μέσα από τις τέχνες. Οι δυο γυναίκες πίστευαν βαθιά στην ενίσχυση της δημιουργικής σκέψης και φαντασίας του παιδιού.

Έργο από μαθητή του Cizek

Η Erika Giovanna Klien πρόσφερε πολλά στην παιδική τέχνη, αλλά στην προσωπική της ζωή ατύχησε, κλείστηκε στον εαυτό της και πέθανε φτωχή και άγνωστη το 1957 σε ηλικία 57 ετών. Ένα χρόνο πριν μεταναστεύσει στην Αμερική απέκτησε εκτός γάμου ένα γιο τον οποίο δεν είδε ποτέ. Η μόνη επαφή υπήρξε η αλληλογραφία τους. Ο Walter Klien εξελίχτηκε σε διάσημο πιανίστα και του απονεμήθηκε το χρυσό μετάλλιο της Βιέννης. Πήγε για πρώτη φορά στην Αμερική το 1963, έξι χρόνια μετά το θάνατο της μητέρας του. Πιθανόν το πάθος της Έρρικας για την παιδική τέχνη να πήγαζε από τον αναγκαστικό χωρισμό από το δικό της παιδί.

Last modified: 10/11/2018