A Thousand doors: η έκθεση στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη έδειξε μια άλλη προσέγγιση στην τέχνη

Μαρία Ξυπολοπούλου
Φιλόλογος – Συντ. Θεμάτων Πολιτισμού

Η έκθεση σύγχρονης τέχνης «Thousand doors» ολοκλήρωσε την πορεία της αφήνοντας πίσω της θετικές εντυπώσεις από τους επισκέπτες και όσους σε όλο αυτό το διάστημα κατάφεραν να βρουν χρόνο και να θαυμάσουν από κοντά τα περισσότερα  από τριάντα έργα των Ελλήνων και ξένων καλλιτεχνών που έλαβαν μέρος σε αυτή.
Η έκθεση οργανώθηκε στο πλαίσιο του προγράμματος Διαδρομές από τον ΝΕΟΝ (Οργανισμός Πολιτισμού και Ανάπτυξης Δ. Δακαλόπουλου) σε συνεργασία µε τη Whitechapel Gallery του Λονδίνου  και φιλοξενήθηκε στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη υπό την επιμέλεια της Iwona Blazwick, OBE, Διευθύντριας της λονδρέζικης γκαλερί.
Η κεντρική ιδέα της έκθεσης ήταν να παρουσιαστούν τα έργα εκτός μουσείου, σε ένα δημόσιο χώρο ανοιχτό σε όλους. Οι επισκέπτες είχαν την ευκαιρία να θαυμάσουν τα έργα τόσο στο εσωτερικό της βιβλιοθήκης όσο και στους γύρω χώρους του κήπου της Γενναδείου. Με αυτό τον τρόπο λοιπόν, δημιουργήθηκε παράλληλα με την περιήγηση στην έκθεση, μια καλή ευκαιρία για να γνωρίσουν οι επισκέπτες την Γεννάδειο.
Η έκθεση εμπνεύστηκε τον τίτλο της από το διήγημα του Jorge Luis Borges, «The Library of Babel» και από τον πλούτο της συλλογής της Γενναδείου Βιβλιοθήκης, μια από τις σπουδαιότερες βιβλιοθήκες της ελληνικής γνώσης. Η Γεννάδειος βιβλιοθήκη ανήκει στην Αμερικάνικη Σχολή Κλασσικών Σπουδών στην Αθήνα και αποτελεί ένα μοναδικό  διεθνούς χαρακτήρα ερευνητικό κέντρο και έναν από τους πολιτιστικούς θησαυρούς της Ελλάδας. Ιδρυτής της υπήρξε ο πρέσβης της Ελλάδας στη Μεγάλη Βρετανία, Γεώργιος Γεννάδιος.
 ΓΕΝΝΑΔΕΙΟΣ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗΤο σύνολο των έργων που είδαμε αποτελούταν από ποικίλα εκφραστικά μέσα όπως εγκαταστάσεις, ηχητικές και βίντεο, αλλά και γλυπτά. Ανάμεσα τους ξεχώρισε και εντυπωσίασε η δουλειά του έλληνα καλλιτέχνη Νίκου Ναυρίδη.
Ο Νίκος Ναυρίδης παρουσίασε ένα εικαστικό έργο που αποτελείται από πολλά βιβλία στημένα στον εξωτερικό χώρο της Γενναδείου, τα οποία όμως έχουν κάτι το ιδιαίτερο: είναι φιλοτεχνημένα από ζύμη για φύλλο. Το σιτάρι αποτελεί συχνά το κύριο συστατικό των έργων του. Ο καλλιτέχνης αξιοποιεί στην έκθεση αυτή τις πολλαπλές σημασίες της λέξης «φύλλο», μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και εκείνη της «σελίδας». Ο Ναυρίδης λοιπόν τοποθετώντας τα βιβλία του σε ένα ηλιόλουστο προαύλιο θέλησε να υπογραμμίσει την αντίθεση με το περιβάλλον της Βιβλιοθήκης, με την ασφυκτική ατμόσφαιρα του ακαδημαϊκού γυάλινου πύργου. Είναι εν μέρει ένας τρόπος για να απελευθερώσει τα βιβλία. Η ιδιαιτερότητα του έργου εντοπίζεται στο γεγονός ότι το υλικό από το οποίο είναι φτιαγμένο είναι ιδιαίτερα εύθραυστο και ευάλωτο στις διάφορες καιρικές συνθήκες που καλείται να αντιμετωπίσει εκτεθειμένο σε εξωτερικό χώρο. Σύμφωνα με τους διοργανωτές, αυτό δεν έγινε τυχαία. Τα έργα των Ελλήνων συμμετεχόντων. μετά την ολοκλήρωση της έκθεσης θα οδηγηθούν όλα στη φθορά το καθένα με το δικό του τρόπο.ΓΕΝΝΑΔΕΙΟΣΚάπως έτσι λοιπόν, τα «άλογα» της Πάκυ Βλασσοπούλου θα ξαναγυρίσουν στην αρχική μορφική τους ύλη, για να αποτελέσουν τη βάση για νέες δημιουργίες στο εργαστήριο της καλλιτέχνιδας. Σε μια μισοερειπωμένη αίθουσα της Βιβλιοθήκης, η καλλιτέχνης στήνει μια αγέλη αλόγων, μια σειρά από assemblages τα οποία συνθέτουν φυσικά και πολιτισμικά υλικά. Αναλογιζόμενη τον αρχαίο κόσμο όπου έφιππες στρατιές αφάνιζαν ολόκληρους πολιτισμούς, η Πάκυ Βλασσοπούλου εστιάζει στην ετυμολογία της ελληνικής λέξης «άλογο». Προερχόμενη η λέξη από το άλογον, το παράλογο ή μη ορθολογικό, πρόκειται για μια λέξη με την οποία στην αρχαιότητα δήλωναν τα άλογα στη στρατιωτική γλώσσα για να διαχωρίζονται από τον άνθρωπο και τον ανθρώπινο νου. Η εγκατάσταση παρουσιάζει το άλογο ως σύμβολο της ελευθερίας, του θαυμαστού, του άλλου. Συνιστά επίσης έναν κριτικό σχολιασμό της προτεραιότητας που λαμβάνει ο ορθός λόγος έναντι των ενστίκτων στις κουλτούρες της Δύσης, ενώ παράλληλα υπογραμμίζει την αντίφαση που ενέχει το παράλογο όταν διαπράττεται από το όνομα της Λογικής. Να τονίσουμε ότι η Πάκυ Βλασσοπούλου είναι η νεώτερη σε ηλικία από τους καλλιτέχνες της έκθεσης, γεννημένη μόλις το 1985.

Από την Κωνσταντινούπολη η Meric Algun Ringborg θέτει με την εγκατάσταση της ερωτήματα γύρω από τη θεματολογία που ενδέχεται να απασχολεί τη σύγχρονη συνείδηση και γύρω από τα ζητήματα που ανά πάσα στιγμή είναι επίκαιρα ή επιθυμητά. Το έργο της αποτελείται από το στήσιμο στον επάνω όροφο της Γενναδείου, μιας βιβλιοθήκης στα ράφια της οποίας τοποθετεί εκατοντάδες βιβλία που δεν έχουν ζητηθεί από τους χρήστες της Γενναδείου εδώ και μία σχεδόν δεκαετία. Η καλλιτέχνης καταφέρνει να επισύρει την προσοχή των επισκεπτών σε παραγνωρισμένα θέματα και ιστορίες. Τι παραβλέπουμε, ποια κομμάτια της γνώσης επιλέγουμε εν τέλει  να μην καταναλώσουμε; Η Ringborg εκθέτει όσα αφήνουμε να μας διαφύγουν. Ο λόγος για τον οποίον τα βιβλία αυτά δεν επιλέγονται, ο λόγος για τον οποίον διαλέγουμε να τα αγνοούμε δεν θα είναι μάλλον ποτέ σαφής.
Στην ίδια αίθουσα προβάλλεται το βίντεο των γερμανών Nina Fischer και Maroan el Sani που βασίζεται  στο ντοκιμαντέρ που ο  Γάλλος σκηνοθέτης Alain Resnais  αφιέρωσε στους θησαυρούς που φυλάσσονται στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Γαλλίας. Στο γαλλικό ντοκιμαντέρ αποτυπώνεται το εσωτερικό της βιβλιοθήκης. Ο σκηνοθέτης είχε θελήσει να αποδώσει γλαφυρά τη μεγαλειώδη περιουσία του ιδρύματος προτείνοντάς την ως έμβλημα της πανανθρώπινης γνώσης και της διαδικασίας διαμόρφωσης της συλλογικής μνήμης. Οι γερμανοί καλλιτέχνες, μισό αιώνα αργότερα, επιστρέφουν στο κτίριο της γαλλικής βιβλιοθήκης. Ο πάλαι ποτέ χώρος παγκόσμιας γνώσης σήμερα πια στέκει εγκαταλειμμένος και έρημος. Τα ίδια τα βιβλία που κάποτε φιλοξενούσε δεν αποτελούν πια παρά μιαν ανάμνηση, εφόσον μεταφέρθηκαν σε άλλον χώρο στο πλαίσιο ενός μεγάλου σχεδίου του προέδρου Mitterand. Η διπλή αυτή προβολή, ένα καθρέφτισμα των αργών πλάνων του ίδιου του Resnais, διατρέχει το γιγάντιο αναγνωστήριο καθώς και ορόφους επί ορόφων άδειων πλέον αιθουσών αποθήκευσης. Εντός του αρχιτεκτονικού αυτού κελύφους στέκουν μοναχικά άτομα, βαριεστημένα στο νέο αυτόν κόσμο το στερημένο από βιβλία, προκαλώντας ένα αίσθημα απόγνωσης που προοιωνίζεται την ανταρσία.

ΓΕΝΝΑΔΕΙΟΣΑπό τις πιο πολυσυζητημένες συμμετοχές της έκθεσης ήταν αναμφίβολα αυτή του αμερικάνου καλλιτέχνη Matthew Barney. Αντλώντας την έμπνευσή του από τον αθλητισμό και την αισθητική των μηχανών, ο Barney χρησιμοποιεί στο έργο του υλικά που συνδέονται με την τριβή και τους περιορισμούς του ανθρώπινου σώματος, όπως η βαζελίνη και τα τεχνητά μέλη. Αυτά συνδυάζονται με τις σύγχρονες μεθόδους παραγωγής όπως η χύτευση με έγχυση πλαστικού και ανοξείδωτου χάλυβα. Καθένα από τα εννέα γλυπτικά αντικείμενα που παρουσιάζει ενσωματώνει ένα δείγμα της έντυπης μαζικής ενημέρωσης – ένα ένθετο σε εφημερίδα του Σαββατοκύριακου ή ένα περιοδικό ψυχαγωγίας- τοποθετημένο μέσα σε προθήκες από πλαστικό ή καουτσούκ. Ο Αμερικανός καλλιτέχνης δημιουργεί έτσι μια συναρπαστική φαντασμαγορία, ένα φουτουριστικό σύμπαν στα όρια της επιστημονικής φαντασίας. Τοποθετώντας την εικόνα διασημοτήτων και μοντέλων σε κάδρο ο Barney ενισχύει το εμβληματικό status τους και τους μεταμορφώνει σε σύγχρονες θεότητες.

Έκπληξη αποτέλεσε η δουλειά του Άγγλου καλλιτέχνη Daniel Silver που εκτέθηκε σε πολλά σημεία του κήπου της Γενναδείου. Το έργο Dig, αποτέλεσμα ανάθεσης από τον οργανισμό Artangel για την προώθηση της δημόσιας τέχνης, φιλοτεχνήθηκε αρχικά σε ένα εργοτάξιο του Λονδίνου. Πρόκειται για την αναπαράσταση μιας αρχαιολογικής εκσκαφής. Έξι αγάλματα ορθώνονται ανάμεσα στις κολώνες της εισόδου της βιβλιοθήκης και επιβλητικά ατενίζουν το χώρο που ανοίγεται εμπρός τους. Εντούτοις, ιδωμένοι από κοντά οι γενειοφόροι αυτοί παρουσιάζουν μιαν εικόνα φθοράς και διάβρωσης. Στο προαύλιο πίσω από τον ΓΕΝΝΑΔΕΙΟΣκήπο που εκτείνεται στα πόδια τους στέκουν δεκάδες αγαλματίδια: μαζικώς παραγόμενα σουβενίρ καταπώς φαίνεται, αντίγραφα αρχαίων αγαλμάτων. Τέλος, μια πραγματική εκσκαφή αποκαλύπτει τα εύθραυστα  «λείψανα» αρχαίων μορφών. Το έργο συμβολίζει τους τρόπους με τους οποίους επανασυνδεόμαστε με την ιστορία και την θεωρητικοποιούμε. Φέρνει στο νου μύθους όπως η κάθοδος στον Άδη, παραπέμποντας συνάμα στη φροϋδική σκέψη που παραλληλίζει την αρχαιολογία με την κατάδυση στο ασυνείδητο που σκοπό έχει να φέρει στο φως ένστικτα και τραύματα από καιρό θαμμένα.

Και αφού μιλάμε για βιβλία, συνεπώς λοιπόν για χαρτί, ο Giuseppe Penone  φιλοτεχνεί ένα μεγάλο μπρούτζινο κορμό και τον τοποθετεί στο κήπο της Γενναδείου. Γοητευμένος από τη δομή των δέντρων, ο ιταλός καλλιτέχνης εφάρμοσε ένα στρώμα κεριού στον κορμό του δέντρου, δημιουργώντας ένα αποτύπωμα του φλοιού που εξιστορεί την πορεία της ανάπτυξής του. Από το κέρινο αυτό καλούπι σχηματίστηκε στη συνέχεια μια μπρούτζινη μήτρα, ένας ανεξάρτητος, στερεός φλοιός, η υφή στο εσωτερικό του οποίου ανακαλεί εκείνη του κορμού ενώ το εξωτερικό του φέρει τα ίχνη των χεριών όσων εργατών του χυτηρίου βοήθησαν στην εφαρμογή του κεριού. Η εσωτερική λάμψη του φύλλου χρυσού εξυμνεί τη ζωογόνα ενέργεια 1111 6064367_origτου ηλιακού φωτός, συνδέοντας τις μεταμορφωτικές ιδιότητες της φωτοσύνθεσης με τη δημιουργική δύναμη του ανθρώπινου χεριού. Το έργο έχει εκτεθεί στο παρελθόν σε εσωτερικό χώρο και συγκεκριμένα σε ένα λευκό δωμάτιο. Ωστόσο, θα μπορούσαμε να πούμε, ότι τοποθετημένο στον κήπο της βιβλιοθήκης, ανάμεσα σε πραγματικά δέντρα και φυτά, δείχνει να βρίσκεται σε πλήρη αρμονία με το περιβάλλον, δημιουργώντας ένα όμορφο αισθητικό αποτέλεσμα.

Αναμφίβολα, όσοι επισκέφτηκαν την έκθεση, φτάνοντας προς το τέλος της περιήγησής τους, θα αναρωτήθηκαν για τις πολυσυζητημένες… καμπάνες που ηχούσαν μελωδικά κάθε φορά που κάποιος περνούσε από ένα ορισμένο σημείο του κήπου. Πρόκειται για την ηχητική εγκατάσταση οκτώ ηχείων από τους άγγλους καλλιτέχνες Jane and Louise Wilson. Ο τίτλος του έργου, «The silence is Twice as fast backwords», είναι παρμένος από την ταινία Ophee( 1950) του Jean Cocteau. Πρόκειται για ένα από τα μυστηριώδη μηνύματα που ένας σύγχρονος Ορφέας λαμβάνει από τον Άδη στο ραδιόφωνο του αυτοκινήτου του. Η κατάδυσή του στον Άδη μέσα από έναν καθρέφτη σηματοδοτείται από τον ήχο ενός κουδουνιού. Κατά την κατάβασή τους από το ψηλότερο σημείο του κήπου της Γενναδείου και κατά μήκος μιας κατάφυτης πλαγιάς, οι επισκέπτες της έκθεσης δίνουν το σήμα για να ηχήσει μια σειρά κουδουνιών, μια μελωδία που ακολουθεί τόσο το φυσικό πέρασμά τους όσο και τη νοητική μετάβασή τους από τη θέαση στην περισυλλογή. Ο τρόπος με τον οποίο συντίθεται ο ήχος των οκτώ κουδουνιών στο εσωτερικό αυτής της κινηματογραφικής εγκατάστασης επαφίεται στην τύχη, έτσι ώστε κάθε επισκέπτης να δημιουργεί τη δική του μουσική υπόκρουση.

ΓΕΝΝΑΔΕΙΟΣΌλα αυτά δεν είναι παρά ένα μέρος των έργων που παρουσιάστηκαν στην έκθεση. Πρόκειται για μια πρωτοβουλία που σκοπό είχε να προωθήσει ένα διαφορετικό μοντέλο εκθέσεων από αυτό που έχουν συνηθίσει στην Ελλάδα. Ανοιχτή στο ευρύτερο κοινό, η έκθεση απευθύνθηκε σε όλους όσους ήθελαν να προσεγγίσουν το κομμάτι της σύγχρονης τέχνης. Η ύπαρξη ξεναγών που έδιναν πληροφορίες για τα έργα και τους καλλιτέχνες λειτούργησε επικουρικά ώστε να έρθει πιο κοντά με το έργο και τη σύγχρονη τέχνη ακόμα και ο επισκέπτης που δεν έχει μελετήσει πάνω σε αυτό το κομμάτι.
Η έκθεση βασίστηκε στην ιδέα ότι πρέπει η τέχνη να είναι ανοιχτή για όλους. Οι σύγχρονες μορφές τέχνης αποτελούν ακόμα ένα κομμάτι απέναντι στο οποίο το κοινό, καταρτισμένο και μη, στέκεται μουδιασμένο. Η έλλειψη παροχής οργανωμένης εικαστικής παιδείας από τους θεσμοθετημένους φορείς του κράτους λειτουργεί συχνά ως ανασταλτικός παράγοντας στην καλλιέργεια της εικαστικής συνείδησης.
Η έκθεση θα μπορούσαμε να πούμε, ότι στήθηκε και ανταποκρίθηκε στο πρότυπο των εκθέσεων των μεγάλων χωρών του εξωτερικού. Ο χώρος της Γενναδείου αποτέλεσε μια μεγάλη έκπληξη και ανακάλυψη για τους επισκέπτες που αγνοούσαν το θησαυρό αυτό που βρίσκεται στο κέντρο της Αθήνας. Η Γεννάδειος άνοιξε λοιπόν τις πόρτες της για όλους, ανοίγοντας έτσι και το δρόμο για μια επόμενη μέρα μετά την έκθεση στην οποία κυριαρχεί η ελπίδα πως όλοι όσοι πέρασαν από εκεί, φιλότεχνοι, ερευνητές, άνθρωποι της τέχνης και άνθρωποι άλλων αντικειμένων, γονείς με παιδιά, θα ξανά βρεθούν σύντομα στο χώρο αυτό και θα παρακολουθήσουν και τις υπόλοιπες εκδηλώσεις που διοργανώνει κατά καιρούς.
Η διαδεδομένη αντίληψη που κυριαρχεί και θέλει την σύγχρονη τέχνη να είναι δυσνόητη και απροσέγγιστη ερμηνευτικά καταρρίπτεται εν μέρει από την έκθεση «A thousand doors». Η συμβολή των εκπαιδευμένων ξεναγών που χρησιμοποιώντας απλούς όρους για να εξηγήσουν τις ιδέες του κάθε έργου λειτούργησε θετικά, αποδεικνύοντας πως η τέχνη μπορεί να κρύβει πολλές ερμηνείες. Ο θεατής δεν έχει παρά να δώσει και αυτός τη δική του ή απλά να αφήσει το έργο να μιλήσει μέσα του.
Η συνεργασία ξένων καταξιωμένων καλλιτεχνών και Ελλήνων αποτελεί επίσης ένα από τα σημαντικά σημεία της έκθεσης. Είναι μια ιδιαίτερα ελπιδοφόρα συνεργασία που συμβάλει όχι μόνο στο να αναδειχτούν στην Ελλάδα τα έργα των ξένων καλλιτεχνών αλλά και οι ελληνικές συμμετοχές στο εξωτερικό. Είναι μια σημαντική ευκαιρία να φανεί το επίπεδο της ελληνικής σύγχρονης τέχνης.
Η συμμετοχή νέων ανθρώπων, τόσο καλλιτεχνών όσο και ξεναγών, συνέβαλε στο να δημιουργηθεί ένα πολύ όμορφο και ζωντανό κλίμα. Υπήρξε σίγουρα και ένας από τους παράγοντες που ευνόησε την προσέλευση των ανθρώπων της νέας γενιάς που δυστυχώς τα τελευταία χρόνια κρατούν απόσταση από μουσειακούς και άλλους εικαστικούς εκθεσιακούς χώρους. Νέοι άνθρωποι, ζωντανές  και φρέσκες παρουσίες, υποδέχονταν καθ’ όλη τη διάρκεια της έκθεσης με χαμόγελο τους επισκέπτες. Νεανικές παρουσίες  με σοβαρότητα και υπευθυνότητα  ενημέρωναν  το κοινό για τους καλλιτέχνες και το περιεχόμενο των έργων τους. Είναι μια από τις πρωτοβουλίες που δεν συναντάμε συχνά στα ελληνικά δεδομένα και που συνέβαλε στην ενεργή συμμετοχή του ευρύτερου κοινού μέσα από ερωτήσεις και συζητήσεις, απομακρύνοντας την αμηχανία, το αίσθημα της άγνοιας και ενισχύοντας παράλληλα την απόλαυση και τον γόνιμο διάλογο.
Είδαμε λοιπόν  τους επισκέπτες να στέκονται μπροστά από το έργο και να αφιερώνουν σε αυτό έστω και μερικά λεπτά.  Ακόμα και το τελευταίο Σαββατοκύριακο, η προσέλευση του κόσμου ήταν μεγάλη.  Περνώντας  ο καιρός από τα εντυπωσιακά εγκαίνια, το ενδιαφέρον του κοινού αυξήθηκε περισσότερο και ιδιαίτερα αυτό ενός νέου κοινού. Η καλή επικοινωνιακή προώθηση που υπήρξε συνέβαλε επίσης στο να προσελκύσει ένα ευρύτερο κοινό και όχι μόνο τους ανθρώπους του καλλιτεχνικού χώρου ή τους φιλότεχνους.

ΓΕΝΝΑΔΕΙΟΣΗ αίσθηση που αφήνει το κλείσιμο της έκθεσης είναι σίγουρα αυτή της χαράς και της ικανοποίησης. Θα έλεγα μάλιστα και μια γεύση αισιοδοξίας. Πρόκειται αναμφισβήτητα για κάτι καινούριο που έρχεται και πρέπει να το δούμε με σοβαρότητα και κριτική σκέψη. Είναι ένας καινούριος δρόμος που ανοίγεται  μέσα από μια δυνατή έκθεση που μπορεί να συμβάλει στην συνέχιση της  οργάνωσης παρόμοιων project, στην υποστήριξη διεθνών συνεργασιών μεταξύ των καλλιτεχνών, στο να καταπολεμηθεί η εσωστρέφεια του ελληνικού κοινού όσον αφορά τη σύγχρονη τέχνη αλλά και στο να οδηγήσει σε μια διεθνή προβολή της Ελληνικής Τέχνης.
Οι καλλιτέχνες συμμετείχαν στην έκθεση: Edward Allington, Matthew Barney, Christian Boltanski, Pavel Büchler, Michael Dean, Nina Fischer και Maroan el Sani, Ceal Floyer, Isa Genzken, Shuruq Harb, Nigel Henderson, Georg Herold, Susan Hiller, Hannah Höch, John Latham, Mark Manders, Juan Muñoz, Giuseppe Penone, Elizabeth Price, Michael Rakowitz, Annie Ratti, Meriç Algün Ringborg, Daniel Silver, Francis Upritchard, Adrián Villar Rojas, Jane και Louise Wilson, Γιάννης Κουνέλλης, Πάκυ Βλασσοπούλου, Κώστας Ιωαννίδης, Βαλεντίνα Κάργα, Νίκος Ναυρίδης.
*Ευχαριστούμε την ιστορικό τέχνης, Βασιλική Βαγενού, για το φωτογραφικό υλικό.

Last modified: 24/12/2017