Τρεις καλλιτέχνες της alma στην FRAME Art Basel 2019

Με τους καλλιτέχνες Γωγώ Ιερομονάχου, Χαράλαμπο Κατσατσίδη και Τάσο Μισούρα  η γκαλερί Alma συμμετέχει στην FRAME Art Basel 2019 που διαρκεί από τις 8 ως τις 18 Ιουνίου. Η έκθεση των τριών καλλιτεχνών παρουσιάζεται στο περίπτερο D2.

Χαράλαμπος Κατσατσίδης

Με τη νέα του δουλειά, ο Χαράλαμπος Κατσατσίδης επικυρώνει την ποιότητα και τις δυνατότητες, τη στέρεη καλλιτεχνική παιδεία, τον σύνθετο πειραματισμό, τη συνοχή και τη συνέπεια, την ευρύτητα και την κατακτημένη ωριμότητα των μορφοπλαστικών του αναζητήσεων.
Έργα μεγάλων διαστάσεων φανερώνουν την πλήρη κατοχή των εκφραστικών του μέσων, την εμπειρία και την γνώση των προβλημάτων της φόρμας και του σχεδίου, της σύνθεσης, της δομής και του χώρου, της λειτουργίας του χρώματος.
Το υλικό, ο χειρισμός και η επεξεργασία του, διεκδικεί πρωταρχική θέση στη ζωγραφική πράξη. Μια πινελιά ρευστού χρώματος γίνεται το σημείο εκκίνησης για τη δημιουργία ενός ολοκλήρου σύμπαντος σχηματισμών –ιδιότυπου και καθηλωτικού, διφορούμενου και αινιγματικού–, όπου το παραστατικό εμπλέκεται με το ανεικονικό.
Η πλαστικότητα, η πυκνότητα και η συμπλοκή των σχημάτων, οι εξπρεσιονιστικές παραμορφώσεις, η ένταση του μαύρου και οι χρωματικές λάμψεις, η σχεδιαστική οξύτητα και τα κυρίαρχα πλέγματα των γραμμών, η δύναμη και η αδρότητα της χειρονομιακής γραφής, δημιουργούν αντιστίξεις και ισορροπίες, κινήσεις, διαδρομές και στάσεις, προσδίδουν ρυθμό και δυναμισμό, ενάργεια και ζωτικότητα.
Ένας ολόκληρος κόσμος, παράδοξος, αμφίσημος και θρυμματισμένος, αναδύεται και μετεωρίζεται στο μεταίχμιο μεταξύ φαντασίας, ονείρου και πραγματικότητας. (Γράφει ο Γιάννης Μπόλης)

Γωγώ Ιερομονάχου

Η ζωγραφική της Γωγώ Ιερομονάχου αξιοποιεί με ευαισθησία και γνώση τη μεγάλη ευρωπαϊκή εικαστική παράδοση ενώ παράλληλα θέλει να μιλήσει προσωπικά μέσα από περίτεχνους συμβολισμούς, ταυτοπροσωπίες και θεατρικές παρενδύσεις. Που αξιοποιεί τα μεγάλα μεγέθη, τις δραματικές χειρονομίες της γραφής για να μιλήσει ακριβώς για μεγάλα πάθη, για δραματικές στιγμές που αφορούν τόσο εκείνη αλλά κι εκείνον τον θεατή που αποδέχεται τους κανόνες ενός τέτοιου παιχνιδιού. Ενός παιχνιδιού στο οποίο ο πίνακας γίνεται σκηνή θεάτρου ώστε να ζωντανέψουν εικόνες ενός παρελθόντος που δεν έπαψε ποτέ να είναι επίκαιρο και ενός παρόντος που πάντα επιζητεί την ερμηνεία του. Ενός παιχνιδιού, τέλος, που απαιτεί η φιγούρα, εκτός από μορφοπλαστική αξία, να είναι και ρόλος και μάλιστα μια περσόνα που παθιάζεται να αφηγείται. Ένα πρόσωπο-προσωπείο, άλλοτε πληθωρικά γκροτέσκο, άλλοτε φανατικά παραμορφωμένο, άλλοτε κλοουνίστικη καρικατούρα και άλλοτε καθρέφτης ενός εξπρεσιονιστικού δράματος που λέει ιστορίες. Ένα είδος νεομπαρόκ σκηνογραφίας του εαυτού… Πράγμα που ξαφνιάζει ευχάριστα, ιδιαίτερα σε μιαν εποχή που η ζωγραφική είτε είναι ακαδημαϊκά προγραμματική, είτε εννοιολογικά προγραμματισμένη. (Γράφει ο Μάνος Στεφανίδης).

Τάσος Μισούρας

Η τέχνη του Τάσου Μισούρα, ισορροπεί ανάμεσα στην ανάγκη για «αφήγηση» –μια αφήγηση ολότελα προσωπική– και στη διαδικασία διαρκούς μετάπλασης και μεταμόρφωσης της οπτικής πραγματικότητας σε μια νέα –απροσδιόριστη, ρευστή και αποσπασματική, αιωρούμενη στο μεταίχμιο της φαντασίας και του ονείρου, του οικείου και του ανοίκειου, του ρητού και του άρρητου. Η στέρεη καλλιτεχνική παιδεία, ο συνεχής πειραματισμός, η μελέτη και η ουσιαστική εξοικείωση με τη μεγάλη κοίτη της ευρωπαϊκής ζωγραφικής παράδοσης, η ευρύτητα, η συνέπεια και η ποιότητα των μορφοπλαστικών του αναζητήσεων, συνέχουν τη διαδρομή του εικαστικού. Η ζωγραφική του, βαθιά ανθρωποκεντρική, σε άμεση συνάρτηση με ψυχικές και συναισθηματικές καταστάσεις αλλά και πνευματικές διεργασίες και λειτουργίες, ανοίγεται και εξερευνά νέες δυνατότητες αναπαράστασης και νοητικούς μηχανισμούς «κατασκευής» εικόνων, επικαλούμενη μια βαθύτερη επικοινωνία και επαφή μέσα από την αμφισημία, την εσωτερικότητα και τους συμβολισμούς των θεμάτων της, τη μελαγχολική, υπαινικτική και, κάποιες φορές, δυσοίωνη ατμόσφαιρά τους. Στις συνθέσεις του Τάσου Μισούρα, το παράδοξο συνυπάρχει με το αίνιγμα, η συγκίνηση και η ευαισθησία με τη δραματικότητα, το φρικώδες και το νοσηρό στοιχείο συμβιώνει με το ανορθολογικό και το στοιχείο της υπερβολής, το γκροτέσκο μ’ έναν υφέρποντα ερωτισμό και μια υποδόρια ναρκισσιστική αίσθηση –χωρίς, ωστόσο, αυτές να στερούνται λυρικής διάθεσης, ανατρεπτικού πνεύματος και ρομαντικού αισθήματος. (Γράφει ο Γιάννης Μπόλης).

 

Last modified: 17/06/2019