Τα άτυπα τοπία της Ελένης Ταπτά

Η εικαστικός, Ελένη Ταπτά, παρουσιάζει τα έργα της στο κτίριο Amalias 36 από τις 19 έως τις 21 Απριλίου. Η έκθεση περιλαμβάνει μια σειρά μικρών και μεγάλων διαστάσεων έργων ζωγραφικής που αντικατοπτρίζουν και εστιάζουν στην ιδιαιτερότητα της καλλιτέχνιδος. Τα έργα αυτά, που είναι μέρος του πλούσιου έργου της, δημιουργήθηκαν τα τελευταία χρόνια και διακρίνονται από ένα έντονο μεταφυσικό στοιχείο με σουρεαλιστικές προεκτάσεις. Τα συναισθήματά της Ελένης Ταπτά αναδεικνύονται με μεγάλη ευαισθησία, αφήνοντας τα στοιχεία της φύσης να παίξουν έναν πρωταγωνιστικό ρόλο πάνω στον καμβά της.

Μεταξύ Ουρανού – Γης. Ακρυλικό 100×120 εκ.

Ένα σημείο σταθμός στην έκθεση ζωγραφικής της Ελένης Ταπτά είναι η καλλιτεχνική της συνάντηση με την γνωστή κεραμίστρια Χριστίνα Μόραλη. Η σειρά χρηστικών κεραμικών της Χριστίνας Μόραλη μέσω της εικαστικής παρέμβασης της  Ελένης Τάπτα παίρνουν μια άλλη μορφή η οποία αντανακλά το ταλέντο και τη δημιουργικότητα τους.
H Eλένη Ταπτά όταν αναλύει τα έργα της μας μιλάει συχνά για τη φύση.
«Η Φύση κι εγώ. Τα αισθήματά μου, οι νοσταλγίες μου, οι αναμνήσεις, όλα εκείνα που είναι μέσα μου ριζωμένα και εγγράφονται, τυπώνονται συνειδητά ή ακούσια στους πίνακές μου. Η φύση με τη ζωντάνια της, το χώμα, το νερό, την ατμόσφαιρά της μπαίνουν στον πίνακα και εγκλωβίζονται. Οι εντυπώσεις του σήμερα αλλά και οι αναμνήσεις από ένα απώτερο παρελθόν, όμορφες ή επώδυνες, οι εικόνες του άλλοτε χρωματισμένες με το αίσθημα της απώλειας γίνονται αναμοχλευθέντα υλικά, ακριβά πετρώματα, γραμμές και σχήματα που στο σύνολό τους, τους αποδίδω τη λέξη «τοπίο». Κοιτάζω τα έργα της με ενδιαφέρον και περιέργεια. Ελένη Ταπτά Πράγματι με την πρώτη ματιά μπορούμε να τα κατατάξουμε σ ’αυτή την κατηγορία: τοπία και μάλιστα με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά: πλαγιές βουνών, πεδιάδες, θάλασσες, δένδρα, ουρανός, σύννεφα. Ορίζοντες  κυρίως, οι οποίοι απλώνονται πέρα από μια πρώτη σχετικά στεγνή λουρίδα γης, έρημος πετρώδης κάμπος κάποτε στρωμένος με μια υποτυπώδη βλάστηση προϊόν ενός αναβράζοντος υλικού. Ένας τοίχος ξαφνικά μας απαγορεύει την εισβολή; – δίνοντάς μας για αντάλλαγμα τη χαρά ενός φυλλώματος.
Πάντα υπάρχει μια νοητή γραμμή που χωρίζει το επάνω από το κάτω. Αν βρισκόμαστε σε θρησκευτική απεικόνιση όπως στον Γκρέκο θα λέγαμε πως η γραμμή αυτή χωρίζει τα εγκόσμια από τα ουράνια. Μια τέτοια καθαρά πνευματική έννοια εδώ θα ήταν ίσως ανακριβής. Παρόλα ταύτα όσο το «κάτω» μοιάζει περισσότερο γήινο, σκληρό και αδιαφανές, ανυποχώρητο τόσο το «επάνω» είναι ουράνιο, ελαφρό κι αέρινο λειτουργώντας άλλοτε ως απειλή κι άλλοτε ως υπόσχεση. Δύο διαφορετικοί κόσμοι δουλεμένοι με διαφορετικό τρόπο. Το κάτω δομημένο, αρχιτεκτονικό, βαρύ και κατασταλαγμένο, το επάνω ανάλαφρο και κινητικό φτιαγμένο από πιο ελεύθερες πινελιές και χειρονομιακούς  λεκέδες που δηλώνουν σύννεφα.

Κτίσμα – φυλλωσιές. Ακρυλικό 110×140 εκ.

Οντότητες αντιθετικές με άλλη διαχείριση υλικών, τις οποίες το μάτι καλείται να διεισδύσει, να συνδυάσει, να ερμηνεύσει. Αν όμως ψάξουμε να βρούμε τη φύση, αυτήν που μας δίδαξαν οι υπαιθριστές, εμπρεσιονιστές και μη, δεν θα τη βρούμε σχεδόν ποτέ. Τα τοπία που ζωγράφιζε ο Μονέ με τις ατέλειωτες εναλλαγές φωτός κατά τη διάρκεια της ημέρας δεν υπάρχουν εδώ. Η καλλιτέχνης δεν μιλάει τη γλώσσα του ρεαλισμού αλλά ούτε του συμβολισμού γιατί η δική της φύση δεν συντονίζεται με ιδέες που θα βάραιναν μια ατμόσφαιρα την οποία θέλει οικεία και προσβάσιμη. Μας μιλά για μια άλλη άτυπη φύση. Μια φύση ακινητοποιημένη, κατασταλαγμένη, μελαγχολική που για να διευκολυνθούμε στην ανάγνωση ας την ονομάσουμε τόπο νοσταλγίας.
Τόποι-Νοσταλγίας, τόποι-κρησφύγετα, τόποι άτυποι και κατεξοχήν άχρονοι είναι οι περισσότεροι πίνακες της ζωγράφου. Τόποι διαφορετικοί κι όμως  πανομοιότυποι. Παραλλαγές, εκδοχές της ίδιας προσωπικής αλήθειας που με επιμονή και ακαταπόνητη ανάγκη μας τις επιβάλλει επιθυμώντας να μας γοητεύσει όσο και να απελευθερωθεί η ίδια. Να φτάσει σε τόπο στεγανό στο τέλος μιας περιπλάνησης…
Φύση αποκρυσταλλωμένη, στυλιζαρισμένη που επιτυγχάνεται χάρη σ ’ένα στέρεο αφαιρετικό σχέδιο, μια αισθητική διάταξη και μια χρωματική σύνθεση διακριτική και καλαίσθητη.
Θα λέγαμε πως με αυτά τα «αφύσικα τοπία» η Ταπτά τείνει να φτιάξει ένα κάδρο στεγανό, αποκλειστικά οικείο, όπου αποκαλύπτει και συνάμα προστατεύει την ευάλωτη φύση της. Έναν κόσμο συγκεκριμένο και σταθερό ανάμεσα στο τώρα και το άλλοτε, έναν τόπο όπου καλλιεργεί το σήμερα σωσμένο από την τυραννία των αναμνήσεων, οι οποίες πάντα γλαφυρές, έχουν την πικρή γεύση ενός χαμένου παράδεισου.
Κι όμως αυτό το παρελθόν που το τοπίο της μοιάζει να του γυρίζει την πλάτη ποτέ δεν εξαφανίζεται. Έχει πάντα τους δικούς του τρόπους να αναδύεται και να επεμβαίνει. Αυτό που εκεί πάνω μοιάζει με ερειπωμένο κάστρο είναι ίσως ότι έχει απομείνει από το όραμα ενός αγαπημένου σπιτιού που κάποτε συγκέντρωνε συνθήκες ευδαιμονίας και που δεν υπάρχει πια, κι εκεί πιο κάτω το δέντρο εκείνο που τόσο καθαρά διαγράφεται στο μπλε ενός ασυννέφιαστου ουρανού, φαίνεται να θαυμάζει τον Βόσπορο που κυλούσε τα νερά του «σχεδόν κάτω από το παράθυρό μου». Εικόνες ανεξίτηλες μιας μαγευτικής Πόλης του αδυνατούν να σβήσουν σε «ώρες άωρες» κατά τη Κική Δημουλά, σε στιγμές ονειροπόλησης για κάτι που τείνει να αναβιώσει στη ζωή και στον πίνακα, μάταια ωστόσο, γιατί τίποτε δεν γυρίζει πίσω ενώ το παρόν απλώνεται σκληρό πεδίο απαιτώντας να κατακτηθεί, να γίνει προσιτό, να γεννήσει καινούργιες εντυπώσεις.
Πολλές φορές  προσπάθησε η καλλιτέχνης να «κατοικήσει» το τοπίο της. Μέσα στην ερημιά και το απέραντο εμφανίζονται μικρά κολλάζ, παλιές φωτογραφίες, φιγούρες που το διασχίζουν τείνοντας να κάνουν σώμα με τον πίνακα. Ένας άνθρωπος με μπαλόνια, ένας άλλος που σέρνει μια πολύχρωμη ουρά παγωνιού, δύο χήνες που μοιάζουν να βγήκαν από βιβλίο φυσικής ιστορίας… Όλες όμως αυτές οι αναφορές που θέλουν να ριζώσουν μένουν μετέωρες. Ένας μεταφυσικός αέρας που μοιάζει να  φυσά τις μεταφέρει μακριά πριν προλάβουν να αναπτυχθούν. Το άτυπο τοπίο  μοναχικό όσο και αναγνωρίσιμο θα είναι για πάντα η έρημη χώρα.
Έρημη και πάντα γεμάτη από αισθήματα καθώς επιμένει να ξεδιπλώνεται μπροστά στα μάτια της ζωγράφου και να καθοδηγεί το χέρι της.
Ανάμεσα στο πραγματικό που επιβάλλεται και την φαντασία που δεν σταματά να παίζει το κρυφό παιγνίδι της, ανάμεσα στο μπανάλ του σήμερα και το δελεαστικό χθες, ανάμεσα στις απαιτήσεις μιας ωμής πραγματικότητας και το όνειρο, τα άτυπα τοπία της Ταπτά αιωρούνται μέσα σε μια ευτυχία που μόνο η τέχνη με την απόλυτη ομορφιά της μπορεί να μας δώσει.
Ευρυδίκη Τρισόν Μιλσανή

Event Information

Κτίριο Amalias 36, Λ. Αμαλίας 36, Σύνταγμα, Αθήνα,
Διάρκεια έκθεσης; 19 – 21 Απριλίου 2024
Ώρες λειτουργίας: Παρασκευή 19.00 – 23.00 Σάββατο, Κυριακή 12.00 – 20.00 Είσοδος ελεύθερη.
Πληροφορίες: 210 32 30 534.

Last modified: 18/04/2024