Τάκις:  Σύγχρονος  Ποιητής  του  Ουρανού  και  της  Γης

  1.  Του  Μεγακλή  Ρογκάκου,  MA  MA  PhD

Στις  3  Ιουλίου,  η  Τέιτ  Γκάλερυ  εγκαινίασε  μία  από  τις  πιο  όμορφες,  πρωτότυπες  και  ενδιαφέρουσες   εκθέσεις  της.  Το  επίκεντρο  της  είναι  ο  Τάκις,  το  σύντομο  όνομα  με  το  οποίο  είναι  γνωστός  ο αυτοδίδακτος  αλλά  παγκοσμίου  φήμης  καλλιτέχνης  Παναγιώτης  Βασιλάκης.     Ο  Τάκις  είναι  ένας  ασυνήθιστος  καλλιτέχνης,  του  οποίου  το  υλικό  είναι  η  ενέργεια  -­‐  ταυτόχρονα  άυλη  και   αόρατη.  Η  παρούσα  έκθεση  εξερευνά  τον  Τάκι  ως  γλύπτη  του  μαγνητισμού,  του  φωτός  και  του  ήχου.  Για   αυτό,  χωρίζεται  σαφώς  σε  αυτές  τις  τρεις  θεματικές.  Φυσικά,  η  έκθεση  αρχίζει  με  την  πρώιμη  εμπλοκή   του  με  τη  γλυπτική,  όπως  του  κληροδοτήθηκε  από  την  αρχαιότητα  -­‐  την  Αρχαϊκή,  την  Κυκλαδική  και  τη   Μινωική  τέχνη.  Ωστόσο,  όντας  ανοιχτός  σε  μία  ζωή  που  βιώνεται  πλήρως,  η  τέχνη  του  άλλαξε  για  να   αντικατοπτρίζει  την  καθημερινότητα  μέσα  από  τη  συνάντηση  με  τους  συγχρόνους  του  και  το  φίλτρο  της   ψυχής  και  της  ιδιοσυγκρασίας  του.  Ήλθε  υπό  τις  επιρροές  του  μοντερνισμού  –  των  Μπρανκούζ,  Ντυσάν   και  Τζιακομέτι.

Takis – detail of the previous picture

Συγκεκριμένα,  το  1962,  ο  Ντυσάν  τον  ονόμασε  «ευτυχισμένο  ζευγολάτη  μαγνητικών   πεδίων  και  σηματοδότης  σε  μαλακούς  σιδηρόδρομους»  (Καμπς  2015).  Έτσι,  ο  Τάκις  εξελίχθηκε  για  να   γίνει  σύγχρονος  ποιητής  του  ουρανού  και  της  γης.  Ως  εκ  τούτου,  έτυχε  της  προσοχής  των  μεγαλύτερων   πατρώνων  της  σύγχρονης  τέχνης  του  κόσμου  του  20ού  αιώνα  -­‐  των  Ιρίς  Κλερ,  Πέγκυ  Γκούγκενχαϊμ  και   Αλεξάνδρου  Ιόλα.  Ταυτόχρονα,  είναι  ένας  άνθρωπος  ανάμεσα  σε  εμάς,  κάποτε  παντρεμένος  με  την   εξίσου  διάσημη  βρετανίδα  κινητική  καλλιτέχνιδα  Λίλιαν  Λιν,  με  την  οποία  έχει  έναν  γιο,  τον  γκουρού   πληροφορικής  Θάνο  Βασιλάκη.     Ο  Τάκις  είναι  μια  περίπτωση  μεταμοντέρνου  καλλιτέχνη  που,  μαζί  με  άλλους  καλλιτέχνες  της  γενιάς  του   στη  δεκαετία  του  1960,  προκάλεσε  μια  νέα  έκφραση  στην  τέχνη.  Εγκατέλειψε  τα  παραδοσιακά  μέσα   καλλιτεχνικής  παραγωγής  σε  μια  προσπάθεια  να  συγκεράσει  τη  δημιουργική  πράξη  με  τη  λεγόμενη  ῾νέα   ιστορία  της  τέχνης᾽,  της  οποίας  η  θεωρία  βασίζεται  αποκλειστικά  στο  πνεύμα  του  καιρού  -­‐  κοινωνία,   πολιτική,  οικονομία  και  επιστήμες.  Κατά  συνέπεια,  ο  Τάκις  δημιούργησε  τέχνη  εκ  νέου  και  επικοινώνησε   ιδέες  εξ  αρχής.  Το  1986  ίδρυσε  στο  λόφο  Γεροβουνό,  στην  Αττική,  το  Ερευνητικό  Κέντρο  Τέχνης  και   Επιστημών  -­‐  ΚΕΤΕ  για  να  προωθήσει  τη  σχέση  εικαστικών  τεχνών  και  επιστημών  στο  ευρύ  κοινό.

Takis – Electromagnetic Sphere (1979) Gong (1978) Musical Sphere 1985), Takis Foundation, Athens

Η  καλλιτεχνική  ιδιοφυία  του  Τάκι  είναι  αυτό  που  περιγράφηκε  στην  Αναγέννηση  ως  ῾χόμο  ουνιβερσάλις᾽  -­‐   ο  διεπιστημονικός   πολυμαθής   που  υποδύεται  στον  ίδιο  άνθρωπο  ένα  πλήθος  ρόλων·∙  εκείνων  του   αρχιτέκτονα/μηχανικού,   μάντη/φιλόσοφου,  ιερέα/μάγου,  ποιητή/μουσικού.  Η  τέχνη  του  είναι  η   εκδήλωση  του  γεγονότος,  που  παρατηρείται  από  την  εποχή  του  Θαλή,  ότι  ο  ηλεκτρομαγνητισμός  ανήκει   σε  όλα  τα  σώματα.  Περαιτέρω  εμπνέεται  από  την  παρατήρηση  του  Αναξιμάνδρου  ότι  τίποτα  δεν  μπορεί   να  είναι  απολύτως  ουδέτερο,  και  ότι  όλα  τα  εκτεθειμένα  στον  μαγνητισμό  της  γης  είναι  φορτισμένα.  Η   αποδοχή  ότι  όλα  είναι  περισσότερο  ή  λιγότερο  φορτισμένα,  αναγνωρίζει  ότι  όλα  τα  σώματα  σχετίζονται   το  ένα  με  το  άλλο,  το  οποίο  αντηχεί  τη  Θεωρία  της  Σχετικότητας  του  1905  του  Αϊνστάιν.  Ο  Τάκις  έκανε  το   ηλεκτρομαγνητικό  πεδίο  το  χαρακτηριστικό  γνώρισμα  της  τέχνης  του.  Ξεκίνησε  να  ασχολείται  με  τα   κοσμικά  μυστήρια  των  ηλεκτρομαγνητικών  πεδίων  λίγο  πριν  από  το  1960.

Takis – Magnetic Wall (1961), Centre Pompidou, Paris

Η  κεντρική  του  μέριμνα  ήταν  ο   ηλεκτρομαγνητισμός,  η  κατασκευή  τέχνης  που  αποτελείται  από  υλικό  που  αναρτάται   δια  μέσου   ηλεκτρισμού  που  ασκείται  από  μαγνήτες.  Αφού  κατέκτησε  τον  ηλεκτρομαγνητισμό,  διεξήγαγε  τολμηρά   πειράματα  με  λαμπτήρες  καθόδου  υδραργύρου,  με  στόχο  να  κάνει  ορατή  την  αόρατη  ενέργεια.  Ένα  από   τα  πιο  εντυπωσιακά  χαρακτηριστικά  της  τέχνης  του  είναι  η  εμφάνιση,  ανάλογα  με  το  μέγεθος  και  το  όγκο   του,  που  απαιτεί  ένα  ιδιαίτερο  περιβάλλον  προβολής  και  μια  μυητική  διάθεση.     Ο  Τάκις  είναι  ο  πρώτος  καλλιτέχνης  που  εξερευνά  και  εργάζεται  με  την  αντιβαρύτητα.  Έκανε  τέχνη  με   ανάρτηση  από  μαγνητισμό,  και  παιχνίδια  σε  μαγνητικά  πεδία  και  γραμμές  δύναμης  πεδίου.  Ο  ίδιος   συνέταξε  το  Μαγνητικό  Μανιφέστο  του  1960,  το  οποίο  θέτει  τους  πιό  πρόωρους  κανόνες  για  την  τέχνη   του  σώματος,  ενσωματώνοντας  ένα  ανθρώπινο  ον  στο  έργο,  αναρτώντας  τον  στο  διάστημα  και  τον   αναθέτοντάς  του  να  απαγγείλει  ένα  ποίημα.

Iocasta (1954) και Sphinx (1954), Takis Foundation

Το  1959,  ξεκίνησε  τη  σειρά  των  λεγόμενων  Τηλεγλυπτική  /   Τηλεζωγραφική,  όροι  που  επινόησε  ο  Αλαιν  Ζουφρουά  για  τέχνη  που  περιλαμβάνει  το  φαινόμενο  της   μαγνητικής  έλξης.  Το  1961  ξεκίνησε  τη  σειρά  Τηλεφωτιστική,  την  τέχνη  που  χρησιμοποίησε  τη  συσκευή   καθόδου  υδραργύρου,  για  να  δημιουργήσει  ασυνήθιστα  εφέ  φωτισμού.  Το  1969,  άρχισε  τα   ηλεκτρομαγνητικά  του  παιχνίδια  που  προσκάλεσαν  τη  συμμετοχή  του  κοινού  και  τους   μύησε  στη  μαγνητική  έλξη.  Έφερε  τον  ηλεκτρομαγνητικό  χώρο  στο  επίκεντρο  της  καλλιτεχνικής  προσοχής.  Έλαβε  τον   ηλεκτρομαγνητισμό,  μία  υπάρχουσα  αλλά  αόρατη  δύναμη  που  είναι  εγγενής  στη  φύση,  και  τον   μεταμόρφωσε  σε  τροφή  σκέψης  και  υλικό  για  τέχνη.  Η  ενασχόλησή  του  με  τις  δυνατότητες  του   ηλεκτρομαγνητισμού  άνοιξε  μία  νέα  προσέγγιση  στην  τέχνη·∙  η  απεικόνιση  του  υλικού  προέκυψε  να   αιωρείται  με  φυσικές  δυνάμεις.  Αυτό  το  φαινόμενο  διευρύνει  την  κατανόηση  της  φυσικής  και  προκαλεί   την  αίσθηση  της  μεταφυσικής.  Ο  Τάκις  παρομοιάζεται  με  έναν  μαέστρο  που  χορογραφεί  υλικό  για  να   παράγει  κοσμολογικό  χορό.

Takis – Bronze Figure & Plaster Figure (1954-1955), Tate, London

Στη  συνέντευξή  του  στον  Πιερ  Ρεστανύ,  ο  Τάκις  είπε  ότι  «ο  χώρος  είναι  η   απελευθέρωση  από  την  επίγεια  βαρύτητα.  [Ως  τέτοιος]  είναι  το  όνειρο  ολόκληρης  της  ανθρωπότητας»   (Κάλας  1984:  72).  Η  μεγαλύτερη  συνεισφορά  του  είναι  μια  τέχνη  που  «συνδέει  μεταξύ  τους  στο  χώρο,  τα   αντικείμενα,  τα  μέταλλα,  τα  περιαγόμενα  σωματίδια  του  Κόσμου»  (αυτόθι  1984:  110).  Με  μαγνητική   ανάρτηση,  ο  Τάκις  επέτρεψε  σε  αδρανές  υλικό  να  συνδεθεί  με  εξωτερικούς  παράγοντες,  όπως  ενδιάμεσα   σώματα  ή  φυσικά  στοιχεία.  Αυτό  τον  ενέπνευσε  να  πει,  «Ο  σίδηρος  κατέστη  έμψυχος»  (αυτόθι  1984:   110).     Ο  Τάκις  είναι  ένας  σημαντικός  πρωτοπόρος  της  Τέχνης  Σώματος.  Το  φθινόπωρο  του  1960  στη  Γκαλερί  Ιρίς   Κλερ  έδωσε  μια  παράσταση  με  τίτλο  Το  Αδύνατον:  Ο  Άνθρωπος  στο  Διάστημα,  όπου  ο  νοτιοαφρικανός   ποιητής   Μπιτ   Σίνκλερ  Μπέηλς  αναρτήθηκε  λοξά  στο  διάστημα  μεταξύ  οροφής  και  δαπέδου  με  τη   βοήθεια  ισχυρών  μαγνητών  από  απόσταση.  απαγγέλθηκε  ένα  ποίημα  του  ίδιου  του  καλλιτέχνη,  το  οποίο   περιελάμβανε  τα  ακόλουθα  αποσπάσματα:  «Είμαι  γλυπτό  […]  Θα  ήθελα  να  δω  όλες  τις  πυρηνικές  βόμβες   στη  γη  να  μετατραπούν  σε  γλυπτά.»  Αυτή  η  έκθεση  καθιέρωσε  τον  Τάκι  ως  πρωτοποριακό  προσφέροντας   λύση  στο  πρόβλημα  του  ανθρώπου  στο  διάστημα.  Έδωσε  μια  καλλιτεχνική  απάντηση  στο  επιστημονικό   ζήτημα  του  πώς  να  μετατρέψει  το  διάστημα  ως  τόπο  αντιβαρύτητας.  Αυτή  η  παράσταση  έλαβε  χώρα  πριν   οι  Ρώσοι  ξεκίνησαν  το  1961  ο  αστροναύτης  Γιούρι  Γκαγκάριν  στο  διάστημα.  Στην  ουσία,  ο   Τάκις   προνομιούχος  δημιουργώντας  ένα  συγκεκριμένο  είδος  τέχνης,  εισάγοντας  το  μαγνητικό  πεδίο  για  να   αψηφήσει  τη  βαρύτητα.  Μέσω  της  χρήσης  μαγνητικών  δυνάμεων  στα  άκρα  του,  κατέκτησε  την  κοσμική   ενέργεια.

Takis – Inner Space (1957), Takis Foundation, Athens

Τα  Σινιάλα  του  Τάκι  είναι  το  πιο  γνωστό  σήμα  κατατεθέν  του  από  τα  μέσα  της  δεκαετίας  του  1950.   Πρόκειται  για  μία  συνεχιζόμενη  σειρά  από  υψηλές  ράβδους  που  πηγάζουν  από  μία  βάση  στο  έδαφος  και   λεπταίνουν  προς  ένα  ακρωτήριο  στην  κορυφή.  Σε  γενικές  γραμμές,  αυτά  τα  ακρωτήριο  έχουν  ιδιαίτερη   συμβολική  σημασία  και  αποτελούνται  από  γλυπτά  ή  ευρεθέντα  αντικείμενα.  Τα  γλυπτά  είναι  διάφορα   στοιχεία,  των  οποίων  η  μορφή  και  το  σχήμα  επικαλούνται  πρωταρχικά  σύμβολα.  Απαντώντας  για  την   ερμηνεία  τους,  ο  Τάκις  είπε:  «Είμαι  υπεύθυνος  μόνο  για  την  κατασκευή  των  συμβόλων.  Το  νόημά  τους   εξαρτάται  από  την  ερμηνεία  του  καθενός  από  εμάς»   (σε   συζήτηση  με   τον  συγγραφέα  το  2004).   Ειδικότερα  αναφορικά  με  τα  ευρεθέντα  αντικείμενα,  είναι  είτε  εξαρτήματα  μηχανών  (δηλαδή  μπαταρίες,   καρμπυρατέρ,  θερμαντικά  σώματα,  εξαεριστήρες)  είτε  τμήματα  εξοπλισμού  κατά  τη  διάρκεια  πολέμου   (δηλαδή  βόμβες,  όπλα,  ξιφολόγχες)  που  ο  καλλιτέχνης  μεταμορφώνει  σύμφωνα  με  τις  ανάγκες  του.   Ομιλώντας  για  τέτοια  αντικείμενα,  «ο  Τάκις  δεν  μπορεί  να  ταυτοποιήσει  το  υλικό  ούτε  το  επιδιώκει,   επειδή  τα  τεμάχια  έπρεπε  απλώς  να  χρησιμεύσουν  ως  άγκυρες  κατάλληλες  για  τη  σύνθεση»  (Κάλας  1984:   36).

Takis – Télélumière Relief No. 5 (1963-1965), Tate, London

Τα   Σινιάλα  του  Τάκι  είναι  θαυμάσια  διφορούμενα ·∙  κάπου  μεταξύ  του  οργανικού  που  θυμίζει   βοτανικούς  μίσχους,  και  του  τεχνητού  που  θυμίζει  λάβαρα  που  χρησιμοποιούνται  στον  πόλεμο.  Στην   πραγματικότητα,  τα  Σινιάλα  του  είναι  είτε  απορριπτόμενες  οδικές  και  σιδηροδρομικές  πινακίδες  από   δημοτικές  αποθήκες  ή  κεραίες  από  παραπεταμένα  οχήματα  πολέμου.  Όπως  παρατηρούν  οι  Έλενα  και   Νικόλας  Κάλας,  ο   Τάκις  βρήκε  μια  εναλλακτική  λύση  στη  χρηστική  χρήση  των  σημάτων  ασφάλειας   (αυτόθι  1984:  182).  Σύμφωνα  με  την  εμπειρία  του  στο  Καλαί  στις  αρχές  της  δεκαετίας  του  1960,  «Ο   σταθμός  ήταν  ένα  τεράστιο  άγριο  κέντρο,  ένα  δάσος  σημάτων.  Τερατώδη-­‐μάτια  άνοιγαν  και  έκλειναν,   σιδηρογραμμές,  σήραγγες,  μία  ζούγκλα  από  σίδηρο…  Σχεδίασα  όλα  αυτά  τα  φαινόμενα…  ο  άνθρωπος   κατασκευάζει  για  δική  του  χρήση  σήραγγες  και  εξόδους,  σύμβολα  για  την  αποφυγή  του  θανάτου…  Για   πολύ  καιρό  τώρα  τα  Σινιάλα  μου  μετασχηματίστηκαν  σε  ρουκέτες,  κεραίες  και  ραδιοφωνικούς  δέκτες»   (αυτόθι   1984:  182).  Μερικά  χρόνια  αργότερα,  «Ό ντας  συχνός  ταξιδιώτης   με  αεροπλάνο,  πάντα   μαγευόμουν  από  τα  αεροδρόμια  και  τα  μεγάλα  ραντάρ  τους…  Είναι  σαν  να  επρόκειτο  για  τερατώδη   όργανα  που  καταγράφουν  κοσμικά  γεγονότα…  Τα  τελευταία  μου  Σινιάλα  έλαβαν  τη  μορφή  ηλεκτρικών   κεραιών,  όπως  τα  αλεξικέραυνα.  Αλλά  εξακολουθούν  να  είναι  συμβολικά,  αποτελούσαν  μία  μοντέρνα   ιερογλυφική  γλώσσα  η  οποία  έπρεπε  να  μεταφραστεί  για  να  γίνει  κατανοητή.  Το  ραντάρ  ήταν  ένα  μεγάλο   ενεργό  σινιάλο…»  (αυτόθι  1984:  182).  Τα  Φωτεινά  Σινιάλα  του  Τάκι  άρχισαν  να  εμφανίζονται  το  1966.

Takis – Idols (1957-1962), Takis Foundation

Η ράβδος,  η  οποία  είναι  γνωστή  από  άλλα  Σινιάλα,  καταγράφει  διάφορα  στοιχεία.  είτε  δίσκους  είτε  πίνακες   με  λαμπτήρες.  Οι  Έλενα  και  Νικολας  Κάλας  παρατηρούν  ότι  ο  λαμπτήρας,  αν  και  φαινομενικά  ένα  ξένο   χαρακτηριστικό,  χρησιμεύει  ως  το  επίκεντρο  της  σύνθεσης  (αυτόθι  1984:  36).  Μελετώντας  ολόκληρη  την   παραγωγή  των  Σινιάλων  του,  υπάρχει  ένα  δάσος  από  αυτά,  που  διαφέρουν  το  ένα  από  το  άλλο  όσον   αφορά  το  ύψος  και  τη  μορφή,  και  όλα  ποικίλλουν  στο  θέμα  της  εκπομπής  ενέργειας  και  της  μετάδοσης   κώδικα.  Ο  μοναδικός  χαρακτήρας  κάθε  Σινιάλου  οφείλεται  ουσιαστικά  στην  τυχαία  χρονική  στιγμή  και/ή   προσανατολισμό  του.  Αυτό  το  χαρακτηριστικό  καθιστά  κάθε  Σινιάλο  μοναδικό,  ανεξάρτητα  από  την   ανθρωπότητα.  Λειτουργούν  σε  ένα  συγκινησιακό  επίπεδο  και  όχι  σε  ένα  λειτουργικό  επίπεδο,  καθώς  ο   τελικός  στόχος  τους  γίνουν  σωτήρες  του  κόσμου.     Ο  πρώτος  Μαγνητικός  Τοίχος  του  Τάκι  εμφανίστηκε  το  1961.  Όλα  τα  έργα  της  σειράς  είναι  πολύπλοκα  και   έχουν  ευγενή  χάρη.  Ένας  λαμπερά  χρωματισμένος   καμβάς  καλύπτει  μαγνήτες,  ο  οποίος  σε  μικρή   απόσταση  από  την  επιφάνεια  του  κρατούν  πέντε  αντικείμενα  σε  ανάρτηση,  το  καθένα  από  τα  οποία  είναι   προσαρτημένα  με  ξεχωριστό  διαφανές  σύρμα  στην  οροφή.  Παρόλο  που  αποκρύπτονται,  οι  μαγνήτες   εξέχουν  στην  επιφάνεια  του  καμβά,  σχηματίζοντας  ακανόνιστα  φουσκώματα  που  δημιουργούν  σκιές,   ιδιαίτερα  έντονες  όταν  ο  καμβάς  φαίνεται  υπό  γωνία.

Takis – vitrine with early works (1954-1962), Takis Foundation, Tate and Private Collection

Ο  Τάκις  επιμένει  ότι  οι  Τοίχοι  του  προσφέρονται  για   θέαση  επίσης  από  τις  πλευρές  για  το  λόγο  ότι  μόνον  έτσι  γίνεται  προφανής  η  πολύπλοκη  αλληλεπίδραση   του  χρώματος-­‐πεδίου,  της  επιφάνειας  του  καμβά,  των  αιωρούμενων  αντικειμένων  (αυτόθι  1984:  152).   Δομικά,  αυτά  τα  έργα  μπορούν  να  θεωρηθούν  από  την  άποψη  της  τέχνης  του  χρωματικού  πεδίου,  που   χρησιμεύει  ως  στόχος  για  τη  μαγνητική  ενέργεια  με  τα  συστατικά  μέρη  της  –  τους   μαγνήτες,  τα   μαγνητισμένα  αντικείμενα  και  τα  δεσμά  τους.     Ο  Τάκις  έχει  μία  μακρά  εμμονή  με  τον  ήχο,  και  έχει  κατακτήσει  μία  υπεροχή  στη  ηλεκτρομαγνητική   μουσική.  Για  αυτόν  η  μουσική  είναι  μία  ιερή  καλλιτεχνική  έκφραση.  Συγκεκριμένα,  αφηγείται  πώς  οι   Γυμνοπαίδειες  του  Ερίκ   Σατί  άφησαν  μία  ανεξίτηλη  εντύπωση  για   αυτόν.  Στην  τέχνη  του,  ο   Τάκις   χρησιμοποιεί  τον  ήχο  ως  αποκαλυπτική  εμπειρία.  «Εάν  μόνον  με  ένα  όργανο  όπως  ένα  ραντάρ  θα   μπορούσα  να  συλλάβω  τη  μουσική  του  επέκεινα.  Αυτή  η  σκέψη  με  έκανε  να  ξεχάσω  όλους  τους  νόμους   της  τέχνης.  Εάν  αυτό  το  αντικείμενο  μπορούσε  να  συλλαμβάνει  και  να  μεταδίδει  τους  ήχους  καθώς   αλλαζει,  η  φαντασία  μου  θα  απογειωνόταν.»  (αυτόθι  1984:  210).  Ο  Τάκις  είχε  αυτές  τις  σκέψεις  το  1959,   όταν  αντιλαμβανόταν  το  ραντάρ  ως  ένα  ῾μαγικό  όργανο᾽,  και  υλοποίησε  τη  σκέψη  του  το  1965  με  την   εμφάνιση  των  Μουσικών  Τηλεγλυπτών  του.

Takis – Woman with Horns (1954), Takis Foundation

Η  ιδέα  του  ήταν  να  κρεμάσει  βελόνες  σε  τεντωμένη  μουσική   χορδή,  καθώς  οι  βελόνες  στόχευαν  τους  μαγνήτες.  Αργότερα  προσέθεσε  ένα  μουσικό  κουτί  και  ενισχυτές   ήχου.  Αισθανόταν  ότι  συλλαμβάνει  «τη  μουσική  του  υπερπέραν».  Με  την  ευκαιρία  της  έκθεσης  του  Τάκι   το  1974  στον  Χώρο  Πιέρ  Καρντέν  των  Παρισίων,  ο  Πιέρ  Ρεστανύ  γράφει,  «Τα  όργανα  του  Τάκι  παράγουν   χθονίους  ήχους  που  προκαλούν  τον  Προμηθέα  να   ομιλήσει  με  μία  ποιητική   απαγγελία   που   σφυρηλατείται  από  αγωνία  και  εξέγερση.»  (αυτόθι  1984:  214).  Για  τα  Μουσικά  Τηλεγλυπτά  του  που   εκτίθεντο  στο  Φεστιβάλ  του  Φθινοπώρου  στο  Παρίσι,  ο  Ρεστανύ  παρατήρησε:  «Πέρα  από  τον   φαινομενικό  βερμπαλισμό  του  οπτικού  και  ηχητικού  λόγου,  πέρα  από  την  κακοφωνία  και  τη  διαταραχή,   μόλις  ξεπεραστεί   το  πρώτο  σοκ,  κάποιος   φτάνει  σε  μία  δεύτερη  αντιληπτή  κατάσταση,  ένα  είδος   έκστασης  παρόμοια  με  την  ηρεμία.»  (Τάκις:  Μουσικά  1974:  10).     Ο  Τάκις  φιλοτέχνησε  το  πρώτο  του  Γκονγκ  το  1974.  Ήταν  μικρό  και  -­‐προς  απογοήτευσή  του-­‐  μελωδικό.  Με   τον  καιρό  πειραματίστηκε  με  τα  υλικά  και  τις  διαστάσεις  έως  ότου  τελικά  επανήλθε  σε  χαλύβδινα  φύλλα   μνημειώδους  μεγέθους.  Οι  Έλενα  και  Νίκολας  Κάλας  έγραψαν,  «Τα  Γκονγκ  του  Τάκι  ξυπνούν  ξανά  το   πνεύμα  της  αντίθεσης,  μιας  σύγκρουσης  ανάμεσα  στις  δαιμονικές  παρεμβάσεις  και  τα  ουράνια  κρουστά»   (Κάλας  1984:  236).  Το  1995,  εκπροσώπησε  την  Ελλάδα  στη  Μπιενάλε  της  Βενετίας,  με  ένα  Γκονγκ  που   έφτανε  σε  ύψος  εννέα  μέτρων,  φτιαγμένο  από  ένα  ενιαίο  χαλύβδινο  φύλλο  σφηνωμένο  σφιχτά  μεταξύ   οροφής  και  δαπέδου  για  να  δημιουργήσει  την  απαραίτητη  ένταση  και  να  παράγει  την  επιθυμητή  κλαγγή   όταν  το  σφυρί,  αιωρούμενο  εμπρός  από  αυτό,  χτυπά  το  καμπύλο  φύλλο.  Περιέγραψε  τη  μυστηριώδη   μουσική  αυτού  του  Γκονγκ  ως  «Πυθαγόρειο  ήχο»  (σε  συζήτηση  με  τον  συγγραφέα  το  2004).

Takis – aspect of the previous picture

Ο  Τάκις  πάντα  ελκύεται  από  τη  σφαίρα,  ως  αρχετυπική  μορφή.  Κάλεσε  τις  χάλκινες  σφαίρες  της  δεκαετίας   του  1950  Εσωτερικούς  Χώρους  και  τις  είδε  ως  «μία  φανέρωση  φυγόκεντρης  δύναμης  μέσω  διόγκωσης,   παρόμοια  με  την  κοιλιά  μιας  εγκύου  γυναίκας»  (Κάλας  1984:  80).  Αργότερα  δημιούργησε  Σφαίρες  από   σφυρήλατη  λαμαρίνα  φθάνοντας  στο  μνημειώδες  μέγεθος  διαμέτρου  2½   μέτρων.  Είναι  πολλαπλές  αναφορές  ως  σπόροι,  πλανήτες  και  μεγεθυνμένοι  βιολογικοί  οργανισμοί.  Με  την  ιδιότητά  τους  ως   γλυπτά,  τα  έργα  αυτά  φαίνεται  να  ενθυλακώνουν  είτε  την  προέλευση  είτε  τον  προορισμό  της  φύσης.   Εμφανίζονται  στην  ύπαιθρο  ως  ομάδα,  φαίνεται  να  σχετίζονται  μεταξύ  τους  και  να  είναι  σε  μία  ενότητα   με  τη  φύση.  Παρόλα  αυτά,  φαίνεται  ότι  επωάζουν  τις  κοσμικές  ενέργειες  που  πρέπει  να  απελευθερωθούν   ανά  πάσα  στιγμή.     Είχα  την  ευκαιρία  να  συναντήσω  προσωπικά  τον  Τάκι  το  2004,  όταν  έγινα  ο  πρώτος  Επιμελητής  ACG  Art   του  Αμερικανικού  Κολλεγίου  Ελλάδoς.  Η  γνωστή  ιστορικός  της  τέχνης  Δρ  Ντόρα  Ηλιοπούλου-­‐Ρογκάν   εισήγαγε  τον  Τάκι  στον  Πρόεδρο  του  Κολλεγίου  Δρ  Τζων  Σ.  Μπέιλη  από  την  αρχή  της  θητείας  του  το  1975.   Έτσι,  με  αυτή  την  υποστήριξη  αυτού  του  οραματιστή  και  φιλότεχνου  Προέδρου,  η  συλλογή  του  ACG  Art   εμπλουτίστηκε  με  ένα  πρώιμο  Σινιάλο  του  1974-­‐1979  και  έναν  Μαγνητικό  Τοίχο  του  1976,  σύντομα  μετά   την  παραγωγή  τους. Το  2005,  το  ACG  Art  αγόρασε  ένα  θεσπέσιο  Αιολικό  Σινιάλο  και  έλαβε  επιπλέον  ως   καταπίστευμα  από  το  ΚΕΤΕ  τέσσερα   Φωτεινά   Σινιάλα  και  δεκαεπτά  Σφαίρες,  όλα  όμορφα   διασκορπισμένα  στην  πανεπιστημιούπολη  της  Αγίας  Παρασκευής.  Προξενεί  τέτοια  ανεξίτηλη  εντύπωση   στους  μαθητές  να  συναντούν  τέχνη  που  ήταν  τόσο  ασυνήθιστη  και  μυστήρια.  Η  προσωπική  μου   εντύπωση  για  τον  Τάκι  είναι  ενός  καλλιτέχνη  του  οποίου  η  ζωή  και  η  τέχνη  συγχωνεύεται  τελείως.  Είναι   ένας  καλλιτέχνης  με  το  δώρο  του  «τρίτου  ματιού»  του  μυαλού,  της  πύλης  που  οδηγεί  σε  εσωτερικές   σφαίρες  και  χώρους  υψηλότερης  συνείδησης.     Αναπολώντας  όλη  την  παραγωγή  της  Τηλεγλυπτικής,  Τηλεζωγραφικής  και    Τηλεφωτιστικής,  ο  Takis  φτάνει   πάντα  σε  απροσδόκητα  αποτελέσματα  και  εκπληκτικές  εμπειρίες.  Με  την  τέχνη  του  εμπνέει  μία  νέα   κατανόηση  της  σχέσης  μεταξύ  των  τεσσάρων  διαστάσεων·∙  το  συνεχές  του  ύψους,  πλάτους,  μήκους  και   χρόνου.  Επάνω  από  όλα,  όμως,  η  τέχνη  του  Τάκι  είναι  μεγάλη  για  την  αμφιθυμία  της.  Ενώ  θυμίζει   συνήθεις  μορφές  ζωής,  χλωρίδας  ή  πανίδας,  αυτή  η  τέχνη  είναι  ένας  δικός  του  κόσμος.  Παρόλο  που  είναι   μοναδικά  ιδιόμορφη,  η  έκφραση  του  Τάκι  είναι  φυσικά  αντιληπτή  από  όλους  για  την  επίκληση  της   υψηλότερης  ουσίας  της  ζωής·∙  γνωστές  εμπειρίες  όπως  η  γένεση  και  ο  θάνατος,  ο  έρως  και  το  μαρτύριο.

Βιβλιογραφία: •  Μπάροουζ,  Γουίλιαμ.  Άλαν  Γκίνσμπεργκ,  Πιέρ  Ρεστανύ;  Μίκης  Θεοδωράκης,  Τάκις:  Μουσικά,  Παρίσι,   FR:  Χώρος  Πιέρ  Καρντέν,  1974.   •  Κάλας,  Έλενα  και  Νικόλας,  Τάκις:  Μονογραφίες,  Παρίσι,  FR:  Εκδόσεις  Γαλιλαίος,  1984.   •  Κάμπς,  Τόμπυ.  Τάκις:  Η  Τετάρτη  Διάσταση.  Χιούστον,  ΤΧ:  Η  Συλλογή  Μενίλ,  2015.   •  Τάκις,  Ανθολογία,  Παρίσι,  FR:  Εθνική  Πινακοθήκη  του  Ζε  ντε  Πομ,  1993.

Δημόσια  πληροφορία:
Τάκις:  Γλύπτης  Μαγνητισμού,  Φωτός  και  Ήχου   Τέιτ  Μόντερν,  Μπάνκσαϊντ,  Λονδίνο  SE1   3  Ιουλίου  -­‐  27  Οκτωβρίου  2019   www.tate.org.uk/whats-­‐on/tate-­‐modern/exhibition/takis

Last modified: 09/08/2019