Σοφία Ρόουζ Κοσμίδου: Όταν Εσύ έγινες Αρκούδα, οι Φόβοι μου έγιναν Τίγρεις

Η gallery genesis ανοίγει επίσημα την νέα καλλιτεχνική περίοδο 2021 -2022 με την ατομική έκθεση της Σοφίας Ρόουζ Κοσμίδου «Όταν Εσύ έγινες Αρκούδα, οι Φόβοι μου έγιναν Τίγρεις». Η έκθεση διαρκεί από τις 16 Σεπτεμβρίου ως τις 9 Οκτωβρίου.
Καλλιτεχνική Διεύθυνση – Επιμέλεια έκθεσης: Γιώργος Τζάνερης. Την έκθεση προλογίζουν με τα κείμενά τους: Ίρις Κρητικού, Ιστορικός Τέχνης και Ανεξάρτητη Επιμελήτρια και ο Γιώργος Καζάζης, Εικαστικός, Καθηγητής ΑΣΚΤ.

Η Χρυσομαλλούσα στο Δωμάτιο  
«Goldilocks and the Three Bears»: No one ever questions why the Papa Bear and Mama Bear slept in separate beds. What was going on in that marriage? More backstory needed.
Jim Gaffigan

To remember everything is a form of madness. It is not the literal past, the ‘facts’ of history, that shape us, but images of the past embodied in language.
Brian Friel, Translations

Αίσθηση ελευθερίας, 40-50εκ, ακρυλικά σε καμβά

Τα έργα της Σοφίας Ρόουζ Κοσμίδου, ακόμη κι όταν ανασκάπτουν με τόλμη τη δομή του οπτικά αντιληπτού επικαλούμενα το φαντασιακό, ακόμη και όταν μοιάζουν έτοιμα να μιλήσουν με γενναιότητα για τον έξωθεν κόσμο ή το αχανές σύμπαν, επιστρέφουν συνεχώς στο ίδιο δωμάτιο. Πυκνά από σημειώσεις και χειρονακτικά κεντημένη σχεδόν, κατάγραφη θραυσματική μνήμη, κατοικημένα από μοτίβα και όνειρα ανακατεμένα με εφιάλτες, γεμάτα ακόμη από έμβιες παρουσίες που έχουν ήδη μετατραπεί σε επώδυνη απουσία, τα έργα της Κοσμίδου αποτελούν απόπειρες αυτοβιογραφίας, συχνά επώδυνες τόσο για τον θεατή, όσο και για τη ζωγράφο.  Και είναι ακριβώς το δωμάτιο αυτό της παιδικής ηλικίας της νέας ζωγράφου, που αποδομείται και επαναδιατυπώνεται ως ψιθυριστικό απεικονιστικό εδάφιο ανάκλησης και παρηγορίας. Ως θαρραλέα απόπειρα ψυχογραφικής καθόδου στα έγκατα του εαυτού και των προσεκτικά αποθηκευμένων εύθραυστων συστατικών του.
Το αυτοαναφορικό σύμπαν της Σοφίας Ρόουζ Κοσμίδου, αρθρωμένο μέσα από μαυρόασπρες οικογενειακές φωτογραφίες και αθρόες εκμυστηρεύσεις του υποσυνείδητου, σχεδιασμένο με σχολική σχεδόν σχολαστικότητα και θαυμαστή δεξιότητα με χρωματιστά μολύβια σε χαρτί και έντονα χρώματα που έρχονται σε ηθελημένη αντιδιαστολή με τα καταρρέοντα δομικά στοιχεία, ολοκληρωμένο με συνθετική αρτιότητα με ακρυλικά σε καμβά, συμπυκνώνεται σε δυο κοριτσίστικα παιδικά δωμάτια και ένα παλαιικό σαλόνι όπου η ενθύμηση και η ακρίβεια της δομής, αντικαθίστανται από την εμμονική ανασύσταση των μοτίβων.

Σοφία Ρόουζ Κοσμίδου

Σε έναν συνεχόμενο κάμπο συναισθητικής αφήγησης, οι κατάστικτες ταπετσαρίες των τοίχων των δωματίων, συμπαρασύροντας κατά την αποτύπωσή τους και ετερόκλητα οικογενειακά έπιπλα και αντικείμενα, χωνεύονται στα αραβουργημένα χαλιά των δαπέδων, για να μετατραπούν από κοινού σε μια έξοχη αφηγηματική παραμυθία που ισορροπώντας ανάμεσα στον ρεαλισμό και τη μυθοπλασία, εξυφαίνεται ως νέος διασωστικός προορισμός εγκατοίκησης.
Στο φάσμα ετούτο της επαναδομημένης παιδικής μνήμης, κατοικούν ακόμη οι ενήλικες ανθρώπινες παρουσίες, μετουσιωμένες σε συμβολικά υπερμεγέθη ζώα. Τι, αλήθεια, γυρεύουν εδώ οι τίγρεις των τροπικών και οι αρκούδες του σκοτεινού δάσους; «Τα σύμβολα του πλήθους των παιδικών φοβιών μου και η τραυματική έξοδος της πατρικής παρουσίας από την εύθραυστη οικογενειακή μας ζωή», μετατράπηκαν στα έργα μου σε θηρία, επιβεβαιώνει η ζωγράφος. «Μα η παρουσία τους πλέον δεν απειλεί ούτε τον θεατή, ούτε εμένα την ίδια. Λειτουργεί πλέον περισσότερο ως αποτροπαϊκή και εξιλεωτική παρουσία, ως υπενθύμιση των όσων κάποια στιγμή έζησα, των όσων ως τραύματα βίωσα και απορρόφησα, των όσων με καθόρισαν και πλέον μου ανήκουν».

Ανάμεσα σε όσα καθόρισαν τη ζωγράφο, ως επαναλαμβανόμενα σύμβολα ή συνθήκες, προβάλλουν ακόμη συστηματικά ο σταυρός και η διαδικασία της προσευχής, εφόδια ωσεί παρόντα στην ανατροφή της ίδιας και της αδελφής της από την καθολική Ιρλανδή μητέρα τους. Οι φθόγγοι της μητρικής γλώσσας που εκείνη επί σειρά δεκαετιών δίδαξε στις κόρες και στους μαθητές της, ενώθηκαν με την πίστη στην καλοσύνη μιας υπέρτατης δύναμης, με την καθημερινή της επίκληση ως φυλακτού στην αδέσποτη απεραντοσύνη του κόσμου. Χρόνια μετά και στα έργα ετούτα, η προσευχή ως ενεργοποιημένο ψυχικό και ζωγραφικό μοτίβο, ακουμπά τα μαγικά χαλιά, τους υπό διάλυση τοίχους και τις ρέουσες ταπετσαρίες της ζωγράφου, μαντάρει και γαληνεύει τα ενδιάμεσα δωμάτια της μνήμης, τα συντρίμμια της παιδικής ύπαρξης, τα μεταξύ τους κενά.
Στο σύμπαν της Κοσμίδου, η ζωγραφική εισχώρησε και αυτή ως ανακουφιστικό παραμύθι, στην ηλικία των τριών ετών. Διαβάζοντας τα ενήλικα έργα της πρώτης της ατομικής έκθεσης, μιλώντας μαζί της για τις σκιές που τα διέπουν, έφερα εξαρχής στον νου το παραμύθι της Χρυσομαλλούσας και των τριών αρκούδων. Και μαζί, τον «Ξεριζωμό», το αριστουργηματικό θεατρικό έργο του Brian Friel που μιλά για τη συνεχιζόμενη απόπειρα φόνου της ιρλανδικής γλώσσας και συνεπώς της μνήμης της τοπικής κοινωνίας από τους Άγγλους, σε ένα μικρό ιρλανδικό χωριό το 1833.
Στo πασίγνωστο αγγλικό παραμύθι που ο Robert Southey έγραψε αρχικά το 1837, τρεις ανθρωπόμορφες αρκούδες, «ένα μικρό αρκουδάκι, μια μεσαία αρκούδα και ένας πελώριος, τεράστιος αρκούδος», ζουν μαζί σε ένα σπιτάκι στο δάσος. Κάθε χαρούμενη, τακτική, φιλόξενη και άκακη τέτοια αρκούδα έχει το δικό της μπωλ για το πρωινό, τη δική της καρέκλα και το δικό της κρεβάτι. Μια μέρα, καθώς το πρωινό καίει  πολύ, οι τρεις αρκούδες αποφασίζουν μια βόλτα στο δάσος. Κατά τη διάρκεια της απουσίας τους, μια απειλητική ηλικιωμένη γυναίκα (που στην εξέλιξη και στην τελική έκδοση του παραμυθιού μετατρέπεται στην πιο φιλική στους μικρούς αναγνώστες Χρυσομαλλούσα), εισβάλλει στον ιδιωτικό χώρο τους, οικειοποιώντας τον και προξενώντας φθορές στο νοικοκυριό τους. Όταν η οικογένεια των αρκούδων επιστρέφει στο σπίτι και στα μικρά συντρίμμια της επίσκεψης, η Χρυσομαλλούσα δραπετεύει από το παράθυρο και χάνεται για πάντα στο δάσος. Ηθικό δίδαγμα του παραμυθιού, που μιλά μεταξύ άλλων για τους κινδύνους που εγκυμονεί η περιπλάνηση σε άγνωστο έδαφος και για τη σημαντικότητα της ασφάλειας και του καταφυγίου, το γεγονός ότι η έλλειψη ενσυναίσθησης στις πράξεις μας μπορεί να βλάψει ή να πονέσει τους άλλους.

Απόγευμα Κυριακής, 90×100εκ, ακρυλικά σε καμβά

Στο σπαρακτικά υγρό κείμενο του Μπράιαν Φρίελ όπου καθρεφτίζονται  ολόκληρη η άγρια ομορφιά, οι θυελλώδεις άνεμοι, τα χλοερά οροπέδια και οι ερεβώδεις γκρεμοί της Ιρλανδίας, η δραματική συνεχιζόμενη σύγκρουση των πρωταγωνιστών αφορά τόσο σε αγεφύρωτες πολιτισμικές συγκρούσεις όσο και στην πάση θυσία ανάγκη διατήρησης της έννοιας της πατρίδας και της προστατευμένης στα σπλάχνα της ατομικής ταυτότητας.
Έχω την αίσθηση ότι ετούτη η σπάνιας ωριμότητας ζωγραφική με την οποία μας συστήνεται στην πρώτη ατομική της έκθεση η νέα ζωγράφος, συνομιλεί με όλα τα παραπάνω. Αναστρέφοντας αρκετά από αυτά σε μια απόπειρα επανασύστασης και διάσωσης του εαυτού και των πλέον σημαντικών της ενδοχώρας του. Η ζωγραφική ως προσευχή και ως ξανακερδισμένη μητρική γλώσσα, η πατριδογνωσία του γενεθλίου  σπιτιού ως καταφύγιο ενός σκοτεινού δάσους, η αντιστροφή των ηλικιών και των ρόλων και του ερωτήματος του ποιος σώζει ποιον. Η υγρασία της μνήμης, η σημασία του αλληλοσεβασμού, η σημαντικότητα της διατήρησης της γνωστικής καταγωγικής, της συναισθητικής οικογενειακής και της κυριολεκτικής ατομικής ταυτότητας, καταμεσής ενός άγνωστου σύμπαντος. Η δυνατότητα της αυτογνωσίας, ως ανθοφορίας στο σκάμμα ενός ανεπούλωτου τραύματος.
Ίρις Κρητικού
Αύγουστος 2021

Event Information
Gallery GenesisΧάριτος 35, Κολωνάκι 10675, Αθήνα
Εγκαίνια: Πέμπτη 16 Σεπτεμβρίου, 20.00
Διάρκεια Έκθεσης: 16 Σεπτεμβρίου ως τις 9 Οκτωβρίου 2021
Ώρες λειτουργίας: Τρίτη, Πέμπτη, Παρασκευή 11.30 – 21.30, Τετάρτη – Σάββατο 11.30 – 15.30
Πληροφορίες: Tel.: +30 211 7100566, www.gallerygenesisathens.com,
www.facebook.com/yiorgos.tzaneriswww.facebook.com/pages/Genesis-Gallery/325268697501716

 

Last modified: 09/09/2021