Ο Παύλος Διονυσόπουλος «έφυγε» για το δικό του πολύχρωμο κόσμο 

Ήρα Παπαποστόλου
Ιστορικός και κριτικός τέχνης

Η Ήρα Παπαποστόλου αποχαιρετά το μεγάλο μας καλλιτέχνη

Έμαθα την είδηση του θανάτου του διεθνούς Έλληνα εικαστικού Παύλου Διονυσόπουλου ( Pavlos) από μία ανάρτηση του Χρήστου Αντωναρόπουλου στο facebook. Δεν το πίστευα. Σαν χτες ήταν που εργαζόμουν στον Σταύρο Μιχαλαριά στην γκαλερί στην Κηφισιά και μια μέρα μέσα στα χιόνια τον είδα να προσπαθεί να μπει από την πίσω πόρτα και να μου χτυπάει το τζάμι. Ήταν το 2006 όταν οργανώσαμε την ατομική του έκθεση. Για μένα τότε ήταν ένα τέρας των εικαστικών. Ο μόνος που εμφανιζόταν στα βιβλία που διάβαζα ως φοιτήτρια στο Παρίσι, μαζί με τον Takis, την Χρύσα και τον Κουνέλλη.
Θα παραθέσω ένα απόσπασμα από κείμενο του Pierre Restany: «Δεν μπορούμε να αντισταθούμε στη μεταδοτική έλξη της επικοινωνιακής παρόρμησης του Παύλου: τα δέντρα από δακτύλιους συστραμμένων χαρτιών περιτυλίγματος δώρου, τα καπέλα, οι γραβάτες και τα πουκάμισα σε προθήκη, το σακάκι στην καρέκλα, το πρωινό σερβιρισμένο στο τραπέζι της κουζίνας, οι νεκρές φύσεις, οι τόσο λαίμαργες για ξερούς καρπούς ή για συνένοχους χρωστήρες… δεν μπορούμε να αντισταθούμε στην γεμάτη αίσθηση μιας άμεσης αλήθειας που μας εμπνέουν τέτοιες τρισδιάστατες εικόνες. Ο Pavlos δεν χρησιμοποιεί ποτέ τον χρωστήρα, το χρώμα με σωληνάριο ή τον καμβά. Αλλά παραμένει προπάντων ζωγράφος, διότι ο λόγος του βασίζεται στο κατεξοχήν παραστατικό στοιχείο, το χρώμα. Αυτό το χρώμα μας το προσφέρει στο πάχος του χαρτιού, στα άυλα ανάγλυφα και στις ανεπαίσθητες δονήσεις των ακμών της κόψης… Οι λωρίδες αφίσας τεμαχισμένες μονοκόμματα και κολλημένες η μία πάνω στην άλλη, παρουσιάζουν στην κόψη τους όλο το φάσμα των χρωματισμών του χαρτιού και, παράλληλα, δίνουν ψυχή στο υλικό. Ο καλλιτέχνης Pavlos που έζησε την συναισθηματική πλήρωση της εποχής του και πορεύτηκε με ευκολία στην άλλη όψη της τέχνης μεταξύ Νέου Ρεαλισμού και Pop Art, αυτός ο καλλιτέχνης του καιρού του, ο οποίος τα έχει καλά με τον εαυτό του, παρέμεινε το παιδί των Φιλιατρών, που μαγεύεται πάντα από τις απλές χαρές της ζωής και που κάνει καλά αυτό που θέλει να κάνει. […]».
Θυμάμαι την έκθεσή του στην αίθουσα τέχνης του Σταύρου Μιχαλαριά σαν να ναι σήμερα. Στήναμε τα πουκάμισά του, τις γραβάτες, τις κάλτσες, τα παπούτσια, τα δέντρα, τα αυγά μάτια, τα σάντουιτς, τις λάμπες, τις θάλασσες. Βάζαμε τιμές και φτιάχναμε πιστοποιητικά γνησιότητας. Μια μέρα, μάλιστα, χρειάστηκε να πάω και από το ατελιέ του να διευθετηθούν κάποια θέματα. Ήταν από τις πιο ωραίες εμπειρίες της ζωής μου. Να μπαίνεις στο ατελιέ του διεθνούς φήμης Έλληνα καλλιτέχνη. Κι ύστερα αγωνία να στηθεί η έκθεση όσο πιο σωστά γίνεται. Δεν επιτρέπονται λάθη σε μια τέτοια έκθεση. Και έτσι έγινε. Σχεδόν αλάνθαστη.
Αυτό είναι το δικό μου αντίο στον μεγάλο αυτόν καλλιτέχνη. Τον ευχαριστώ κι ας έγινε πια μια έντονη εμπειρία, μια δυνατή θύμηση.

Ο Παύλος Διονυσόπουλος γεννήθηκε το 1930 και από το 1949 ως το 1953, σπούδασε στη Σχολή Καλών Τεχνών. Το 1954 πήγε για πρώτη φορά στο Παρίσι με υποτροφία του γαλλικού κράτους, όπου έμεινε έναν χρόνο παρακολουθώντας μαθήματα στην Ακαδημία Grande Chaumiere. Την ίδια περίοδο ταξίδεψε στην Ισπανία, την Ολλανδία και τη Γερμανία.
Επιστρέφοντας στην Ελλάδα το 1955 εργάστηκε στη διαφήμιση και το θέατρο, φιλοτεχνώντας πολλά σκηνικά. Το 1958, με υποτροφία του Ι.Κ.Υ., πήγε και πάλι στο Παρίσι, όπου εγκαταστάθηκε μόνιμα και άνοιξε εργαστήριο.    
Το 1964 παρουσίασε την πρώτη ατομική του έκθεση στη γκαλερί J, στο Παρίσι, και ακολούθησαν πολυάριθμες ατομικές σε διάφορες χώρες της Ευρώπης, στην Ελλάδα αλλά και στην Αμερική. Το 1972 οργανώθηκε αναδρομική παρουσίαση του έργου του στο Kunstverein, στο Ανόβερο και το 1997 στη Σχολή Καλών Τεχνών (Εργοστάσιο) στην Αθήνα. Αναρίθμητες είναι και οι συμμετοχές του σε ομαδικές και διεθνείς εκθέσεις, ανάμεσα στις οποίες συγκαταλέγονται παρισινά σαλόνια, οι Μπιενάλε της Αλεξάνδρειας το 1958, του Παρισίου το 1965 και το 1978 και της Βενετίας το 1980, καθώς και τα Ευρωπάλια του 1982.

Last modified: 19/06/2019