Ο Δημήτρης Μυταράς θα είναι πάντα μαζί μας με το έργο του

Μαρίνα Κανακάκη
Ιστορικός Τέχνης - Μουσειολόγος

 

Ο πνευματικός κόσμος της χώρας μας θρηνεί την απώλεια του Δημήτρη Μυταρά. Ο μεγάλος δάσκαλος έφυγε σήμερα το απόγευμα σε ηλικία 85 ετών μετά από σκληρή ταλαιπωρία με την υγεία του.
Ο Δημήτρης Μυταράς γεννήθηκε το 1934 στη Χαλκίδα μια πόλη που αγάπησε και ανέδειξε με τη δημιουργία του Εργαστηρίου Τεχνών που το λειτούργησε με τη σύντροφο της ζωής του Χαρίκλεια Μυταρά. Ως φόρο τιμής δημοσιεύουμε ένα υπέροχο κείμενο –αφιέρωμα της Μαρίνας Κανακάκη στον υπέροχο άνθρωπο και δάσκαλο.

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΣΕ ΔΥΟ ΕΠΙΠΕΔΑ. Δημήτρης Μυταράς – Μαρίνα Κανακάκη: «Στους Ανθρώπους Μας»

321Θέλω να πω Ευχαριστώ και σ’ Αγαπώ στον Δημήτρη Μυταρά. Ευχαριστώ για όσα έκανες για μένα και για τη λατρεμένη μαμά μου.

Μαρίνα

 

 ΜΕΡΑ  ΠΡΩΤΗ

 O
Τυχερός ο άνθρωπος που κατέχει μέσα του ό,τι μπορεί να τον κάνει ευτυχισμένο. Τυχερός ο καλλιτέχνης που ανακάλυψε το ταλέντο του και μπόρεσε να το αξιοποιήσει. Αν ήμουν θεός, θα χάριζα τέτοιου είδους θησαυρούς στον καθένα από μας. Όμως περνάει ο χρόνος και απορώ ακόμα γιατί οι παράσιτες σκέψεις έρχονται κατά καιρούς να θολώσουν την φυσική μου τάση για έκφραση. Γιατί αφήνω τόσο χώρο στα «άλλα», τα βλαβερά, τα κακάσχημα.

«Όλα τα άλλα εκτός ζωγραφικής μ’ ενοχλούνε και μου φαίνονται καταπιεστικά. Μολαταύτα, αν οι μορφές, τα σχήματα και τα χρώματα με ερωτούν δύσκολα πράγματα, εύχομαι να χτυπήσει το τηλέφωνο. Αυτό θα με απομακρύνει από τον χώρο του εργαστηρίου. Όταν επιστρέφω, θα δω το έργο με τα μάτια του φανταστικού μου εχθρού. Θα έχω μια σύντομη συνομιλία και θα μαζέψω ό,τι περισσεύει. Τα μεγαλύτερα λάθη σ’ ένα έργο τέχνης -φαντάζομαι ισχύει για όλες τις τέχνες- είναι η φλυαρία και η έλλειψη ακρίβειας. Αυτά συμβαίνουν όταν το έργο δεν έχει «λόγο», δηλαδή ανάγκη να υλοποιηθεί».

 Όμως, η σιωπηλή απειλή της αμφιβολίας συχνά παρασύρει τους πιο ευάλωτους: είμαι εγώ για αυτό; Πώς να καταλάβω επιτέλους ποιος είμαι;

«Όλοι έχουν ανασφάλειες. Διάλεξα να έχω διέξοδο τη ζωγραφική. Αυτή η εσωτερική ζωή μου είναι κάτι τόσο αναγκαίο… Αν δεν δουλέψω δηλαδή αισθάνομαι ότι όλα τα άλλα δεν έχουν ενδιαφέρον».

Έλπιζα λίγο να μοιάσουμε όταν κάποιες φορές ξυπνάω κενή. Όταν δεν έχω να πω λέξη… Όταν δεν γίνεται να κάνω κάτι… Όταν η ευαισθησία μου μοιάζει στεγνή…

Μίμη, εκτός από όταν ζωγραφίζεις… Πες μου… Πες μου ότι κάτι σε πιέζει και εσένα…

«Η καταπίεση και η λογική φτιάχνουν τέρατα. Όλες οι τέχνες πρέπει να εκφράζονται ποιητικά. Η καταπίεση λειτουργεί όπως το δηλητήριο στη ρίζα ενός λουλουδιού. Συχνά καταπιέζεται κανείς από τον εαυτό του, άλλοτε από το ίδιο του το έργο. Καταπιέζομαι συχνά από τις ιδέες των άλλων και από το τι περιμένουν από μένα. Τι να πω όταν και η γάτα μου με πιέζει με τον τρόπο της!»

 Πώς θα διατηρηθεί ελεύθερη μια δημιουργική ψυχή αν πιέζεται; Πώς θα αποβάλει το καπάκι που τιμωρεί την ανεξαρτησία της; Τι λύση βρίσκει ένας καλλιτέχνης;

«Ας αναπτύξει ο καθένας μια προστασία, μια πανοπλία που θα αγνοεί και θα θυσιάζει κάποια πράγματα για να κερδίσει άλλα. Η πράξη έχει αποδείξει ότι δεν είναι πολύ εύκολο».

Η πίεση μπορεί να χαλάσει ένα ταλέντο;

«Εξαρτάται από το ταλέντο που έχεις. Ο Van Gogh -μια περίπτωση κλασσική- υφίστατο συνέχεια πίεση. Είχε όμως τέτοιο ταλέντο! Ζωγράφιζε τον εαυτό του για να μπορέσει να απαλλαγεί από αυτή τη πίεση. Λέει ότι όποιος του πόζαρε έφευγε μόλις έβλεπε το έργο! Δεν του άρεσε το έργο και αισθανόταν την πίεση αυτού ο οποίος ήθελε να του αρέσει. Φεύγανε στη μέση, τον παρατάγανε λέει στα γράμματα του!»
61

Η Μαρίνα

Αχ, τα μοντέλα… Κριτές παρά την θέληση τους! Συνήθως καλοπροαίρετα… Κολακευμένες ψυχές που ταυτίζονται με μούσες. Ματαιόδοξα εργαλεία για ζωγράφους… Φιλόδοξοι πρωταγωνιστές ενός καλλιτεχνικού κυνηγιού μεταμφιεσμένων καλλιστείων. Φιλότεχνοι μα νάρκισσοι πάνω απ’ όλα. Και εγώ πόζαρα… Δεν ήμουν πάντα καλύτερη…

«Το μοντέλο περιμένει με αγωνία να δει τον εαυτό του. Βλέπει ίσως το πορτραίτο του ζωγράφου! Θέλοντας και μη, ο καλλιτέχνης, ο οποιοσδήποτε καλλιτέχνης σχεδιάζει τον εαυτό του πάνω στο έργο του. Ερμηνεύει το οποιοδήποτε θέμα του, είτε πρόκειται για κάποιο πρόσωπο είτε πρόκειται για το απέναντι σπίτι».

Καθημερινά
ζωγραφίζω το πορτραίτο μου
επάνω στις καρέκλες
τα παλιά έπιπλα
και τις κουρτίνες.
Στα πρόσωπα των φίλων
ζωγραφίζω το πορτραίτο μου
στα φυλλώματα των δέντρων
*.

74 Δεν ήμουν πάντα καλύτερη… Αλλά του Μίμη το πορτραίτο μου… Αυτό το τρυφερό, μελαγχολικό, εύθραυστο, αφοπλιστικό, τεσσάρων χρονών παιδάκι ήμουν εγώ; Αυτό το υπέροχο πορτραίτο, από το βάθος της καρδιάς μου το αγαπώ.

«Εμένα μ’ αρέσουν τα πορτραίτα. Πιστεύω ότι τα πιο ωραία έργα που έχω κάνει είναι τα πορτραίτα. Ο καθένας μας έχει φιλοδοξίες να ζωγραφίσει τη δυστυχία του κόσμου, τον έρωτα, το θάνατο, την κοινωνική καταπίεση, τους φτωχούς, τους αδύνατους, το ένα το άλλο… Αυτά όμως είναι επιλογές του εγκέφαλου! Δεν είναι ζωγραφική, είναι θεματογραφία. Ο καλλιτέχνης ο οποίος βρίσκεται σε αμηχανία βρίσκει μια θεωρία για να τον καλύπτει. Και λέει: «εγώ είμαι μάχιμος καλλιτέχνης ή εγώ συγκινούμαι μόνο από τη φύση» και κάνει ηλιοβασιλέματα… Αυτά όλα, όταν γίνονται λογικά και όχι από μια αυθόρμητη διάθεση να εικονίσεις την πραγματικότητα όπως εσύ την συλλαμβάνεις, κάνουν ψεύτικο το έργο. Άχρηστο το έργο! Διότι είναι άλλο τι θες εσύ και άλλο τι είσαι εσύ ο ίδιος. Ένα σωρό καλλιτέχνες ορίζουν την θεματογραφία τους και τον τρόπο τους από τις γύρω κοινωνικές απαιτήσεις που υπάρχουν. Σήμερα θέλουν όλοι να κάνουν βίντεο. Εγώ δεν αποκλείω το να κάνει κάποιος βίντεο, κατασκευές, χάπενινγκ και λοιπά… Το θέμα δεν είναι εκεί. Απλά αυτά είναι διαφορετικοί τρόποι ενός και μόνου στόχου, σκοπού: της έκφρασης. Πρέπει όμως αυτό να ανήκει στη δική σου ψυχοσύνθεση. Να είναι ο τρόπος σου πολύ σχετικός μ’ αυτές τις τεχνικές. Το μεγάλο σφάλμα είναι να σε χρησιμοποιούν αυτές οι τεχνικές».

83Πάντα με προβλημάτιζε η λέξη «τεχνική». Την αντιπαθούσα όταν, πιτσιρίκι, έκανα επαγγελματικό μπαλέτο, γιατί μου φανέρωνε κάποιες δικές μου ελλείψεις «τύπου ακροβατικές». Είχα τόσα και τόσα χαρίσματα λέγανε όλοι, γιατί λοιπόν δεν τα κατάφερνα στις πιρουέτες; Έλπιζα σχεδόν να καταπιώ ένα μαγικό μηχανάκι που θα μ’ έκανε να στρίβω άφοβα! Ονειρευόμουν να μεταμορφωθώ σε σβούρα. Στο τέλος, η «κυρία εκφοβιστική τεχνική» μιλούσε πιο δυνατά από τον «κύριο ταλέντο» και τη «δεσποινίδα χάρη»!
Παράλληλα, σε χειρότερα παραμύθια, η «τεχνική» συνωμοτεί με την εξυπηρετική τεχνολογία… Και στα χρόνια της παντοδύναμης μαζικής ενημέρωσης κινδυνεύουμε να μπερδέψουμε την καθαρή και ανθρώπινη έννοια «επικοινωνία» με το θορυβώδες σύννεφο του μπλα μπλα.

 «Εκείνο που με ενδιαφέρει είναι ο ψυχισμός του έργου, η ποίηση που δημιουργεί εσωτερική ευφορία… Αισθάνεσαι ότι επικοινωνείς, αισθάνεσαι ότι σου λύνει ένα πρόβλημα… Το «Requiem» του Mozart είναι θεματογραφικά μια νεκρώσιμη ακολουθία. Οι καντάτες του Bach είναι ψαλμοί και η «Εκτέλεση της 8ης Μαΐου» του Goya είναι ένα τραγικό και δυσάρεστο θέμα. Μολαταύτα αισθάνεσαι μια ευφορία όταν τα πλησιάζεις, τα ακούς, τα βλέπεις. Δεν είναι όμως χαρακτηριστικό μόνον μεγάλων καλλιτεχνών. Συχνά χαίρομαι και θαυμάζω έργα μαθητών μου καθώς και παιδικής ζωγραφικής. Η λογική, η εσωτερική συγκρότηση, η μακροχρόνια τεχνική βοηθούν στην υλοποίηση του έργου. Όταν όμως δεν υπάρχει «λόγος», εσωτερική ανάγκη, συγκίνηση τότε η τεχνική και η λογική αποδυναμώνουν και αχρηστεύουν το έργο. Πρέπει να υπάρχει μια οικονομία που να ισορροπεί όλα αυτά.»

 Καλά τα λέει ο Μίμης. Δεν πειράζει που δεν ήμουν ποτέ ρολόι. Αφήνω το ρασιοναλισμό στους οπαδούς της αντικειμενικότητας. Εγώ ανήκω αλλού. Ο καθρέφτης μου αντανακλά κύματα και αισθήσεις, όχι σίγουρα περιγράμματα και αναμφισβήτητες πληροφορίες.

580ΜΕΡΑ ΔΕΥΤΕΡΗ

Με ξύπνησε ο γάτος μου ο Λέο. Όταν αργώ να σηκωθώ, ακουμπάει διστακτικά το πατουσάκι του στο πρόσωπό μου και ανυπόμονος να ξεκινήσουμε μαζί τη μέρα, με κοιτάει με μια καθαρή απορία στο βλέμμα: «Τι θα κάνουμε; Τι παιχνίδι προτείνεις;» διαβάζω στις χρυσό-πράσινες ματάρες του. Και τότε πασχίζω να δείξω λίγη κατανόηση, Τρώμε πρωινό, του πετάω δυο τρεις φορές κάποιο ψεύτικο ποντικάκι. Ο Λέο θέλει πάντα και άλλο. Ελπίζει μάλλον κάθε μέρα ότι επιτέλους θα καταλάβω το νόημα της ζωής: να παίξουμε οι δυο μας, να κοιμηθούμε δίπλα-δίπλα, να παίξουμε πάλι, να ξανακοιμηθούμε, να πλύνει το υπέροχο τρίχωμά του, να τον χαϊδέψω, να παίξουμε, να κοιμηθούμε… Όμως η ζωή είναι σκληρή ακόμα και με ένα αθώο γατάκι και τον απογοητεύει, τον αφήνει ξεκρέμαστο, όταν τον παρατάω για ν’ ασχοληθώ με κάτι χαρτιά, με κάτι μολύβια… «Μα τι κάνει μ’ αυτά τα άψυχα φτερά, μ’ αυτά τα νεκρά κλαδιά;» πρέπει να αναρωτιέται, «εγώ εί­μαι το ζωντανό εδώ…Εγώ! Εγώ! Εγώ! Νιάου!» Τι κάνω Λέο αυτή τη στιγμή που σ’ αγνοώ; Ε, λοιπόν γράφω… Αποτυπώνω τις σκέψεις μου, μεταφράζω τις ιδέες μου, αφήνομαι, ξεχνιέμαι και πλένω τη ψυχή μου, όπως εσύ την πανέμορφη γούνα σου. Τι κάνω; Δεν ξέρω ακριβώς τι προϊόν παράγω… Σίγουρα δεν αξίζει περισσότερα από εσένα Λέο… Αλλά βγαίνει κατ’ ανάγκη… Είναι όπως όταν χορεύω… Είναι όπως όταν τεντώνεσαι… Πρέπει να το κάνουμε και δεν ξέρουμε και πολλά άλλα περί αυτού.

171 «Ποτέ δεν ξέρεις τι κάνεις. Μπορεί να κάνεις κάτι νομίζοντας ότι φτιάχνεις κάτι συγκεκριμένο και να βγαίνει τελείως διαφορετικό. Διότι εσύ απαντάς σε ερωτήσεις για τις οποίες δεν γνωρίζεις καν την απάντηση και ούτε σε ποιον την λες. Απαντάς σε πράγματα που κανείς δεν σε ρώτησε καταρχήν. Υπάρχει μέσα σου η ανάγκη να πεις κάτι το οποίο και εσύ δεν ξέρεις τι είναι ακριβώς».

 Γράφω, χορεύω… Εσείς τι καταλαβαίνετε; Νιώθετε; Κοροϊδεύετε; Αδιαφορείτε;
Αυτοί που σχολιάζουν έχουν πάντα κάτι να πουν;

«Συνήθως τα ερμηνεύουν εξωτερικά τα έργα. Αν ζωγραφίσεις ένα άνθρωπο που ουρλιάζει φερ’ ειπείν και πει κάποιος «είναι ένας εφιάλτης αυτός»… αυτό είναι μία ερμηνεία που αφορά αυτόν όχι εμένα. Είναι πολύ επικίνδυνο να σου πουν οι άλλοι τι ζωγράφισες, διότι υπάρχει κίνδυνος να προσπαθείς να τους δικαιώσεις. Δηλαδή να αρχίσεις να ζωγραφίσεις έτσι γιατί σου λένε «εσύ είσαι ένας ρεαλιστής, είσαι ένας εξπρεσιονιστής»». Πρέπει να είσαι πολύ αυθόρμητος, ώστε να το ξεχάσεις και να κάνεις ό,τι θέλεις πάλι».

Πολλοί, επειδή είδαν τα έργα σου, διάβασαν τα κείμενα σου, παρατήρησαν τις κινήσεις σου, νομίζουν ότι μπήκανε και στον κόσμο σου… Χίμαιρα!

«Καλύτερα είναι να μην θίγουμε το θέμα της δημιουργίας, το πώς δημιουργεί κάποιος… Έχω διαβάσει κείμενα για το μυστικό της δημιουργίας και πιστεύω ότι είναι ανόητα όλα αυτά που λέγονται. Δεν υπάρχει κανένα μυστικό της δημιουργίας. Ούτε αποκαλύπτεται, ούτε ερμηνεύεται. Είναι ας πούμε μια χημική λειτουργία πραγμάτων ανεξάρτητη από τη δική σου θέληση. Ένα έργο έχει χιλιάδες ερμηνείες και οι ερμηνείες αυτές είναι όσες και οι άνθρωποι».

Τελικά, ανακουφίζοντας την ψυχή μου και απεγκλωβίζοντας τον εαυτό μου, δεν είναι σίγουρο ότι είμαι πιο κερδισμένη από σένα, Λέο… Η μοναξιά που νιώθεις όταν μου μιλάς γατίσια και δεν σε καταλαβαίνω πάντα, μοιάζει στη δικιά μου παρά τις απόπειρες μου να την εξωτερικεύσω… Δεν μπορώ να ελέγξω «τι σημαίνω εγώ» για κάποιον… Όσο καλοπροαίρετος και αν είναι .Όσο και αν επικοινωνούμε.

225 «Όμως ο τρόπος που συνθέτεις δείχνει τον τρόπο που σκέπτεσαι. Ο Rubens και ο Kandinsky έχουν τον ίδιο τρόπο σκέψης. Ο Vermeer και ο Mondrian έχουν τον ίδιο τρόπο σκέψης. Επομένως αυτά είναι πολύ βαθύτερα απ’ότι φαίνεται. Λέει ο Braque να αρκείσαι στην ανακάλυψη και να αποφεύγεις την εξήγηση. Δηλαδή, εγώ βλέπω στον Braque μια εσωστρέφεια. Ο Braque είναι ένας εσωστρεφής ζωγράφος ο οποίος επαναλαμβάνει σε κύκλους τα σχήματά του. Αυτό δείχνει ένα κλειστό άτομο. Τώρα, γιατί είναι έτσι, γιατί είναι αλλιώς και τι θέλει να εκφράσει.. Έλα ντε! Αυτό που αισθάνεσαι εκφράζει. Άλλα αυτό που αισθάνεσαι, δεν εκφράζεται με λόγια. Για αυτό και λέει ο ίδιος ότι ένα πράγμα αξίζει στην Τέχνη, αυτό που δεν μπορείς να πεις με λόγια. Μπορείς να μιλήσεις για όλα τα άλλα, τα οποία όμως δεν εκφράζουν το έργο. Δηλαδή την βαθύτερη ουσία του έργου δεν μπορείς να την ερμηνεύσεις, την αισθάνεσαι μόνο».

Ζωγραφίζεις, γράφουμε, χορεύω… Άθελα μας ή όχι, μιλάμε για μας… Μιλάμε σε εμάς και μιλάμε στους άλλους; Αλλά τους αφορά; Τι τους αφορά;

«Αυτά που λέμε είναι σε σχέση με την βαθύτερη ανάγκη τού να εκφράζεσαι, η οποία ανάγκη σε υποχρεώνει να βρεις και τα αντίστοιχα θέματα. Τα θέματα είναι η εσωτερική σου ανάγκη να βρεις την αφορμή για να κάνεις ένα έργο. Πολλοί δίνουν σημασία στο αν το έργο έχει ανθρωπιά. Η ανθρωπιά όμως προκύπτει με δύο χρώματα. Εάν δεν μπορέσεις να το κάνεις αυτό -το έχω γράψει στο σημειωματάριο μου- εάν δεν μπορέσεις να δείξεις την δυστυχία του κόσμου με τα χρώματα και τα σχήματα, μην βάλεις το μοντέλο σου να κλαίει».

Τα θέματα, Λέο, είναι σαν τα έπιπλα… Θέλεις να απλωθείς μόνο… Δεν σε νοιάζει σε ποιόν καναπέ.

«Οι περισσότεροι πιστεύουν ότι αλλάζοντας την θεματογραφία σου ανανεώνεσαι. Δεν είναι έτσι. Η θεματογραφία είναι η αφορμή πάντα. Το μέσον δηλαδή για να εκφράσεις κάτι».

Ζωγραφίζεις, γράφουμε, χορεύω… Στις απόπειρές μας, συνειδητοποιούμε τουλάχιστον, εμείς οι ίδιοι, κάποιο ίχνος αλήθειας για μας;

 25«Παραδείγματος χάριν, γνωρίζω ότι στην βάση είμαι σχεδιαστής περισσότερο παρά χρωματιστής. Είμαι ένας άνθρωπος που πρώτα σχεδιάζει και μετά προσθέτει χρώμα, δηλαδή σηματοδοτεί το σχέδιό του με χρώματα. Αυτό είναι ένας χαρακτήρας. Δεν είναι καλό ούτε κακό. Υπάρχουν πολύ μεγάλοι ζωγράφοι που είτε σχεδιάζουν καλύτερα είτε χρωματίζουν καλύτερα. Όμως, μετά από χρόνια κατάλαβα ότι, στη δική μου δουλειά, υπάρχει ένας επιθετικός χαρακτήρας και εκφράζεται μέσα από μια ταχύτητα που είναι η ταχύτητα της γραφής. Δηλαδή ο τρόπος του σχεδίου, του χρώματος και της σύνθεσης εκφράζουν ένα θυμό, μια ένταση. Δεν είναι καλοσυνάτα έργα και κατάλαβα ότι ποτέ δεν ήταν».

 Σε εργαστήρια, σε αίθουσες προβών, σε γραφεία, γινόμαστε καλύτεροι. Όχι απαραίτητα καλύτεροι καλλιτέχνες, αλλά καλύτεροι άνθρωποι απλώς. Γιατί υπάρχουμε πιο έντονα… Γιατί ζούμε στ’ αλήθεια. Γιατί αναζητάμε μέσα μας γενναιοδωρία και θάρρος… Γιατί βρίσκουμε χωμένες αρετές που μας λύνουν τα χέρια και την καρδιά. Γιατί ψάχνουμε, κάνουμε, διορθώνουμε… Γιατί προσφέρουμε αντί να ζητάμε.

Γύρω μου παράθυρα σκιές και φόντα σκοτεινά. Μικρές παρουσίες σε ρωγμές και άλλοτε σε υγρές κηλίδες του τοίχου.
Μυρωδιές, αναπνοές και ίχνη από σύντομες ζωές.
Η παρουσία τους μόνο στη μνήμη των βράχων και στις άκρες των δρόμων μένει χαραγμένη αλλά ποτέ δεν κοιτώ όταν με κοιτούν.
Τις ψάχνω στις πόρτες των υπονόμων ή στα πέλματα αυτών που βιαστικά ανοίγουν την εφημερίδα τους. Ψιθυρίζουν σαν τον αέρα και γελούν σαν το κλαδί που σπάει με τη δύναμη του νοτιά. Ξέρω ότι με κοιτούν αλλά ποτέ δεν κοιτώ
*

photo (3)ΜΕΡΑ ΤΡΙΤΗ

Είδα μια ωραία παράσταση χθες βράδυ. Μου αρέσει να ανήκω στο λεγόμενο «ευρύ κοινό», όταν πρόκειται να χειροκροτήσω επειδή «έπιασε το κόλπο» των μάγων της σκηνής και ξέχασα να προσπαθώ να το ξεσκεπάσω, να το αναλύσω, να το απομυθοποιήσω. Μ’ αρέσει να «τσιμπάω» στο καλλιτεχνικό παραμύθι του άλλου και όταν συμβαίνει, νιώθω ειλικρινά ευγνώμων.
Ο καθένας από εμάς άλλοτε συνθέτει το ευρύ κοινό, άλλοτε μπορεί να ξεχωρίσει μέσα στους χίλιους και θεωρώ αυτό ωραίο και δίκαιο. Αρκεί να μένουμε αυθεντικοί και ως συστατικό στοιχείο του συνόλου και ως ον. Δηλαδή όταν είμαι το «κοινό» δεν χρειάζεται να γίνω κοινή η ίδια. Για αυτό αντιπαθώ τις επιρροές της φήμης, διαφωνώ με τις διαταγές της διαφήμισης και γενικώς προσπαθώ να φυλάγομαι ακόμα και από τις δικές μου προκαταλήψεις. Από την άλλη, αυτός που ξεπετάει φανερά το κεφάλι του πάνω από το πλήθος, δεν είναι πάντα και ο πιο αληθινός. Μπορεί να είναι ένας νάρκισσος που δεν αξίζει να του δώσει κανείς σημασία.
Μερικοί δείχνουν να υπάρχουν αποκλειστικά για τα μάτια του κόσμου. Δεν ξέρω αν με θυμώνουν ή αν τους λυπάμαι. Σίγουρα όμως, στο επιτραπέζιο παιχνίδι της Ζωής, τους τοποθετώ πολύ μακριά από τη στάση που σε βοηθάει να αφήσεις κάτι αξιόλογο σ’ αυτό τον κόσμο.
Ένα πράγμα που βαθύτατα εκτιμώ σ’ εσένα, Μίμη, είναι ότι και στα εγκαίνια σου να βρίσκεσαι, στο σπίτι σου να κάθεσαι, με υπουργούς να συζητάς, με παιδάκια να μιλάς, με τη μάνα σου να τρως, με τον συλλέκτη, με τον ταβερνιάρη, με το σκύλο σου ακόμα, ή και μ’ εμένα, είσαι εσύ. Μπράβο που δεν άλλαξε ο τόνος της φωνής σου από τότε που σε γνώρισα, δηλαδή από την μέρα που γεννήθηκα.

176 «Το περιβάλλον σου επιβάλει ορισμένες απόψεις και αυτό είναι η μόδα που λέμε. Η μόδα είναι η αισθητική του καιρού μας, του κάθε καιρού… Και αυτό οφείλεται σε διάφορες αντιδράσεις. Όταν όλοι φοράνε κόκκινα ας πούμε, ξαφνικά λένε ότι τώρα θα φορέσουμε πράσινα… Επομένως είναι κάτι που μετακινείται. Όταν περάσει ένα διάστημα όμως και παύει να υπάρχει η μόδα, τότε παραμένει ένα αναλλοίωτο στοιχείο το οποίο δεν έχει σχέση ούτε με τα κόκκινα, ούτε με τα πράσινα. Είναι μια βαθύτερη προσέγγιση που έχεις του θέματος και που το κάνει διαχρονικό. Επομένως, αναζητούμε κάτι το οποίο να έχει ένα βάθος, ένα βάρος, άσχετο αν είναι της μόδας ή όχι. Το μυστικό με τη μόδα -δηλαδή το να κάνεις πράγματα της εποχής- είναι ότι σου δίνει αφορμή να δημιουργήσεις κάτι ενδιαφέρον και αυτό σε ενεργοποιεί. Όμως δεν σημαίνει ότι είναι και καλό, μπορεί να είναι τίποτα. Μπορεί να είναι και καλό. Η τεχνολογία σήμερα είναι και αυτή μια αφορμή. Νομίζεις ότι ανακαλύπτεις πράγματα καινούργια. Δηλαδή πατάς ένα κουμπάκι γίνεται κόκκινο το φόντο, πατάς ένα άλλο γίνεται κίτρινο και ξαφνικά αισθάνεσαι θεός! Λες: «κοίταξε τι φτιάχνω εδώ πέρα» αλλά δεν έχεις καταλάβει ότι σε χρησιμοποιεί το μηχάνημα. Το μηχάνημα σου δίνει όλα αυτά και αν δεν επενδυθούν σε κάποια αληθινή ανάγκη να εκφράσεις κάτι συγκεκριμένο, τότε όλα παραμένουνε εφέ, τίποτα περισσότερο.
Υπάρχει μια υποχρέωση που έχεις στο έργο σου. Μετά έρχεται το κοινό. Δεν μπορείς να καμωθείς ότι θα κάνεις ένα καλό έργο για το κοινό! Πώς θα το κάνεις αυτό; Δεν μπορείς να τοποθετείς ένα έργο προς τα εδώ ή προς τα εκεί, να λες : » θα κάνω έργο για πλούσιους, για φτωχούς, για αυτούς που καταλαβαίνουνε, για αυτούς που δεν καταλαβαίνουνε, για αυτούς που καταλαβαίνουνε λίγο, για αυτούς που καταλαβαίνουνε πολύ…» αυτό είναι μια ανοησία! Το καλό έργο είναι μόνο ενός είδους».

Τα σπουδαία έργα υπάρχουν σχεδόν από μόνα τους. Έγιναν διότι έτσι έπρεπε. Χρειάστηκαν το πολύ έναν μεσάζοντα με ταλέντο και αφοσίωση για να μας εμφανιστούν. Δεν περιμένουν πια κανέναν. Εμείς επιλέγουμε αν θα τα «συναντήσουμε» ή όχι.

70«Πολλά άτομα είναι ευαισθητοποιημένα σε διάφορους βαθμούς. Η χειρότερη προσέγγιση είναι η λογική η οποία σε απαλλάσσει από ένα σωρό προβλήματα. Λες: » το κατάλαβα, έγινε την τάδε εποχή, στηρίζεται σε θερμή γκάμα χρωμάτων και ασχολείται με την οικολογία.» Όμως όλα αυτά δεν ερμηνεύουν τίποτε από το εικαστικό περιεχόμενο, το οποίο πιθανώς εκφράζει εντελώς αντίθετες απόψεις.
Σημαντική είναι, παραδείγματος χάριν, η «εικαστική εξυπνάδα», δηλαδή το πώς ένα κίτρινο ισορροπεί μέσα στα άλλα χρώματα. Πώς ένα κόκκινο επαναλαμβάνεται σε συγκεκριμένες ποσότητες εδώ ή εκεί, ώστε να δημιουργήσει αμέσως έναν κόσμο. Η «εικαστική εξυπνάδα» ή «εύρημα» διαφέρει από την θεματογραφική εξυπνάδα. Το ξάφνιασμα, σ’ ένα έργο ζωγραφικής μπορεί να δημιουργηθεί από την χρήση δυο κουκίδων. Εν τέλει, ένας πίνακας διαφέρει από έναν άλλο περισσότερο λόγω σύνθεσης και ποσοτήτων χρωμάτων παρά του τι παριστάνει. Το θέμα είναι τελείως εξωτερικό στοιχείο. Εξάλλου η αφηρημένη ζωγραφική συχνά δεν έχει καν θέμα. Μπορεί ένα έργο του Picasso να δείχνει ένα χαριτωμένο παιδάκι αλλά έχει χρησιμοποιήσει έξι διαφορετικές μανιέρες για αυτό. Γιατί με ενθουσιάζει ο Hockney; Διότι ξεπερνάω αμέσως την εξωτερική μορφή και φτάνω στην πλαστική του διατύπωση. Οι χρωματικές κηλίδες και ο τρόπος του δείχνουν μια σκέψη γεμάτη φινέτσα. Ίσως, αυτό να είναι ακόμα πιο φανερό στη μουσική διότι δεν υπάρχει καν εικόνα. Το ανεβοκατέβασμα των οκτάβων, τα χάλκινα που μπαίνουν ξαφνικά, η εισαγωγή του πιάνου… Η ζωγραφική μοιάζει πολύ με την μουσική σε σχέση με την αρμονία, αν εξαιρέσουμε ότι η μία αναπτύσσεται στο χρόνο, ενώ η άλλη αναπτύσσεται κατευθείαν σε δυο διαστάσεις. Όπως και ο χορός μπορεί να είναι μια ζωγραφική που κινείται στον χώρο και κάθε στιγμή αλλάζει εικόνα. Πώς δένει μια εικόνα με την άλλη; Μια κίνηση με την άλλη; Και πώς αναπτύσσονται τελικά μέσα στον χώρο; Το να κάνεις δυο πηδήματα ψηλά ή μια πιρουέτα μπορεί να μοιάζει σ’ ένα κόκκινο μ’ ένα μπλε. Το πόσο κρατάει ένας συνδυασμός βημάτων ή το πόση ώρα μένει ακίνητος ο χορευτής παραπέμπει στις χρωματικές ποσότητες. Και συνεπώς, οι εντάσεις που γίνονται δημιουργούν ένα θέμα. Οι τέχνες έχουν κοινά σημεία»
.

120Γιατί κάποιες φορές τσαντιζόμουν όταν ένα έργο με καθήλωνε επί τόπου ενώ δεν αντιδρούσε η παρέα μου; Γιατί αυτή η συγκίνηση μ’ έκανε τόσο απόλυτη, τόσο ασυμβίβαστη με την αδιαφορία του άλλου; Ίσως διότι καθαρό-έβλεπα τα παγωμένα σύνορα που χωρίζουν τα προσωπικά συγκινησιακά πεδία του καθενός. Έτσι, πείστηκα ότι οι δημιουργοί που μιλούν «απλά» κατέχουν, αν όχι απαραιτήτως μεγαλύτερη σημασία, τουλάχιστον δύναμη περισσότερη και αναμφισβήτητη. Ευέλικτα απλώνεται η σκέψη και η ματιά τους στον λαό ολόκληρο χωρίς διακρίσεις και «σνομπισμούς». Γίνονται αγαπητοί γιατί οι ίδιοι δεν έχουν περιφρόνηση, παρά μόνο για τους σοβαροφανείς, Μίμη, γι’ αυτό σ’ αγαπάνε τόσοι και τόσο πολύ.

 «Ο τρόπος που ζωγραφίζω είναι κατανοητός. Είναι ξεκάθαρος και άμεσος. Αυτό είναι κάτι καλό. Δεν εννοώ ότι αναγνωρίζουν τις μορφές και λοιπά… Κάτι όμως τους περνάει. Από πολύ μικρός έτσι ζωγράφιζα. Φαίνεται ότι είμαι ένα είδος που προσεγγίζει το κοινό. Αυτό μπορεί να είναι καλό, μπορεί και να μην είναι και τόσο σπουδαίο… Εμένα δεν μ’ απασχολεί όμως. Πιστεύω ότι έκανα τα καλύτερα μου έργα όταν ήμουν είκοσι δύο χρονών, διότι ήταν τελείως αυθόρμητα και περιείχαν όλα εκείνα που έχουν και τα σημερινά μου έργα. Απλώς σηματοδότησα τη δουλεία μου όλη από πέντε σχέδια και την ανέπτυξα. Ποτέ δεν ακολούθησα κάποια άποψη ζωγραφική. Ό,τι έβλεπα έκανα. Δεν θέλησα ποτέ να ανανεώσω αυτό τον τρόπο να φτιάχνω κάτι, ο οποίος ήταν πάντα γνήσιος. Μετά από τόσα χρόνια, πιστεύω ότι είμαι ακριβώς όπως ήμουν δώδεκα χρονών. Δεν έχω αλλάξει ούτε στο τρόπο που σκέπτομαι ούτε που δουλεύω είτε ζωγραφίζω μοτοσυκλέτες, είτε γυναίκες, είτε φυτά, είτε πουλιά».

assets_LARGE_t_420_54171257_type11885ΜΕΡΑ ΤΕΤΑΡΤΗ

Θυμάμαι τον δεκαοχτάχρονο εαυτό μου να γράφει, κάθε νύχτα, απελπισμένα ποιήματα. Το ταπεινό τετράδιο που ευγενικά τα «φιλοξενούσε» δεν ήξερε από λογοκρισία! Με λέξεις προσεκτικά επιλεγμένες, σιγά-σιγά του προσέφερα έναν σκοτεινό χαρακτήρα, που από φτηνό χαρτένιο αντικείμενο τον μετέτρεπε σε μυστικό δοχείο πίκρας, όπου καθάριζα τους συναισθηματικούς μου λογαριασμούς. Κάποια στιγμή δεν πρόσθεσα άλλα ξεσπάσματα. Παραδόξως, ενώ συνήθως με παρηγορούσε αρκετά η σχετική ποιότητα αυτών των λυρικών κειμένων, ήμουν τρομερά χαρούμενη που δεν είχα τίποτα περισσότερο να εκφράσω στα θέματα αυτά. Αποφάσισα να κρύψω το τετράδιο για να το ξεχάσω εντελώς μαζί με το περιεχόμενό του. Μετά από μήνες, το κατέστρεψα. Δεν έμεινε γράμμα από εκείνα τα ποιήματα. Μολαταύτα, μετάνιωσα αργότερα για την εξαφά­νισή τους. Και ζήλεψα πάλι την δύναμη του Μίμη που δεν φοβάται να ξαναβλέπει τις λύπες και τις φοβίες του αποτυπωμένες σε χαρτί.

 Είμαστε τεντωμένες χορδές στον αέρα. Τραγουδάμε το παράφωνο τραγούδι των ανέμων*.

 «Έχω γράψει γύρω στα ογδόντα ποιήματα. Άρχισα να γράφω ξαφνικά, χωρίς λόγο και αιτία, που λένε. Ή τουλάχιστον εγώ δεν ήξερα ότι υπάρχει κάποιος λόγος. Το θεωρούσα κάτι πολύ φυσικό που κάνεις, όπως πηγαίνεις μια εκδρομή… Δεν τα έδειχνα ποτέ τα ποιήματα, τα έβλεπα σαν μυστικές επιστολές που ήταν εντελώς προσωπικές. Αλλά πιστεύω ότι με βοήθησαν πάρα πολύ στο να ισορροπώ. Έβγαζα πράγματα τα οποία ήταν βαθιά μέσα μου και αυτό με απάλλασσε από αυτές τις σκέψεις. Αισθανόμουν καλύτερα μετά».

Όπως κυλάνε οι ζωγραφικές μορφές από τα χέρια σου, Μίμη, τα ποιήματα σου, μου μοιάζουν απολύτως φυσικά. Όπως μιλάς και σε καταλαβαίνω πάντα, γράφεις. Με ευαισθησία και εγκράτεια. Με άποψη και ειλικρίνεια.

 230Τη νύχτα ακούω να μεγαλώνουν τα νύχια μου. Το πρωί τα κόβω με τα δόντια μου*.

 «Μόνο όταν αισθάνομαι κάτι κάθομαι και το γράφω. Άλλοτε μια και έξω, άλλοτε το διορθώνω, το διορθώνω, το διορθώνω, αλλά χωρίς φιλοδοξίες. Μπορεί να γράψω τρία ποιήματα σε μια μέρα και μετά να κάνω τρεις μήνες να ξαναγράψω. Αλλά ποιητές πιστεύουν ότι τίποτα δεν είναι αυτά τα ποιήματα… Μου λένε: «Δεν θα μείνεις από τη ποίηση.» Εγώ λέω:Πιθανώς ούτε από τη ζωγραφική!»

Με ποιο κριτήριο μίλησαν αυτοί; Ποιος μπορεί να είναι βέβαιος για την ποίηση; Αν υπάρχει ελεύθερο πεδίο δεν είναι το ποιητικό;

«Η ποίηση είναι μια αύρα, είναι όπως φυσάει το αεράκι απ’ έξω…»

Ποιος μπορεί να ορίσει αναμφισβήτητους ποιητικούς κανόνες; Υπάρχει Σχολή Ποίησης όπως και Σχολή Καλών Τεχνών;
Τα ποιήματα καταγράφουν ό,τι πιο βαθύ, ό,τι πιο προσωπικό, ότι πιο μοναδικό τρέχει στις φλέβες μας. Ποιος τολμά να το περιορίσει;

«Κάτι που μου δίνει αισιοδοξία ότι τα ποιήματά αυτά δεν είναι τίποτα είναι ότι αυτό μου το είπαν ποιητές. Και εγώ λέω ότι ένας ποιητής που ξέρει τι είναι καλό και τι δεν είναι στην ποίηση είναι λάθος!»

Εμένα μου μιλάνε, τα ποιήματα σου, Μίμη… Οι άλλοι είναι που δεν μου λένε τίποτα… Αυτοί που γνωρίζουν τα πάντα και ξέχασαν να διαισθάνονται τι μετράει και τι όχι.
«Μάλιστα υπάρχουν πολλοί που λένε ότι είναι καλύτερα από τη ζωγραφική μου».

Ούτε αυτό δεν θα τολμούσα να το πω. Αποφεύγω να συγκρίνω τη μέρα με τη νύχτα, το φως με τη σκιά, την αυλή με το καταφύγιο.

 «Μ’ αρέσει να διαβάζω ποίηση, πιστεύω ότι είναι το πιο πυκνό και το πιο ουσιαστικό πράγμα που μπορεί να κάνει κανένας… Δηλαδή το πιο σύνθετο. Χρειάζεται πολύ συγκρότηση, χρειάζεται πολύ δόσιμο ψυχής και θα ήταν πάρα πολύ καλό να γράφανε όλοι ποιήματα. Συγκροτείσαι με τα ποιήματα».

 Καμιά φορά είναι και το πιο ερμητικό για τους άλλους…

«Μπορεί. Δεν έχει σημασία, για σένα τα κάνεις όλα αυτά. Και τη ζωγραφική για σένα την κάνεις, και τη μουσική και την ποίηση… Και όταν είναι καλή για σένα, είναι και για τους άλλους».

Υπάρχουν άνθρωποι που γράφουν ποιήματα αλλά δεν διαβάζουν ποίηση. Έχουν την ανάγκη να γράφουν, αλλά δύσκολα εισχωρούν στον ποιητικό κόσμο του άλλου.

144«Δεν έχει σημασία. Δεν είναι θέμα να καταλάβεις. Τι να καταλάβεις από την αύρα;»

Άλλοι με τουπέ δηλώνουν: «Εγώ δεν ακούω τίποτα, δεν βλέπω τίποτα, κάνω τα δικά μου».

«Αυτό είναι μια μέθοδος. Δεν θέλουν, δεν τους αρέσει. Δεν έχει σημασία. Η σοφία, παραδείγματος χάριν, δεν έχει σχέση με την γνώση των πραγμάτων, με την εγκυκλοπαίδεια. Σοφός είναι ο ταβερνιάρης απέναντι, σοφός είναι και ο Σωκράτης. Η σοφία δεν μπαίνει μέσα στην γνώση. Μπαίνει μέσα σε κάτι βαθύτερο που μπορεί να βρίσκεται μέσα στο μυστήριο του σύμπαντος, μέσα στην αίσθηση των πραγμάτων που δεν φαίνονται. Να είναι μέσα και να επικοινωνεί μ’ αυτό. Μη συγχέουμε την σοφία και την καλλιέργεια πνεύματος με την γνώση.»

 Πίσω από το κεφάλι μου υπάρχει ένα σιωπηλό δωμάτιο.
Συχνά εκεί τριγυρίζω ξανά και ξανά κοιτώντας προσεκτικά την αράχνη που χρόνια τώρα υφαίνει τη διαφανή παγίδα της
*.

 Έσκισα κάποτε ένα τετράδιο. Διέλυσα τους στίχους μου διότι πέρα από το ποιητικό τους χρώμα, με πείραζε η πικρή τους γεύση. Θα μπορούσε να μου είχε πει κάποιος ότι αυτά δεν ήταν ποιήματα αλλά υπερβολές.

«Όταν έχεις ξεκαθαρίσει τι είναι ποίηση αυτό είναι και το τέλος σου. Το ίδιο ισχύει και για τη ζωγραφική».

Εγώ θα ήθελα τώρα να τα πάρω πίσω γιατί πήγαζαν εκεί μέσα όπου φοβάμαι πια να δω.

 Αυτό το κάτι που νομίζεις πως έχεις ξεχάσει αυτό το κάτι που σ’ ανησυχεί που σου αφήνει ένα κενό είναι τα λόγια μου που πεταμένα μ’ ένα σακάκι που έβγαλες χτες και με τη ζωή σου περιμένουν μάταια να τ’ ακούσεις*.

90

ΜΕΡΑ ΠΕΜΠΤΗ

Δασκάλους είχαμε σχεδόν όλοι. Σε πόσους αναφερόμαστε, σήμερα ακόμα, όπως στον Μίμη πολλοί μαθητές του; Εγώ σε δυο-τρεις μόνο. Σαν μακρινά αστεράκια που δεν σβήνουν ποτέ, φωτίζουν που και που, τις εσφαλμένες μου ώρες στο μαύρο και πυκνό ουρανό της αμφιβολίας.

«Πριν απ’ όλα, σήμερα ένας δάσκαλος, τουλάχιστον θα πρέπει να διαπιστώσει τις ανάγκες των μαθητών του. Ένα εργαστήριο τέχνης είναι ζωντανός οργανισμός που αλλάζει καθημερινά. Πρέπει να είσαι έτοιμος να δώσεις απαντήσεις, να δίνεις διαλέξεις, να αντιμετωπίζεις τον καθένα ξεχωριστά σαν ειδική περίπτωση. Ο δάσκαλος που έλυνε όλα τα προβλήματα σαν τον παλιό γιατρό που έβγαζε δόντια, θεράπευε το στομάχι ή την ελονοσία δεν φτάνει πια. Η τέχνη σήμερα έχει επιμεριστεί. Σε ένα εργαστήριο πιθανώς άλλοι κάνουν κατασκευές, άλλοι ζωγραφική ή βίντεο και κάποιοι εννοιολογική τέχνη. Ποιες είναι οι κοινές συνισταμένες για όλα αυτά; Να το μέγα πρόβλημα που θα έπρεπε να τον απασχολήσει. Το θέμα αφορά όλη τη Σχολή Καλών Τεχνών και όχι ένα εργαστήριο. Αν ήμουν πρύτανης, θα ήταν το πρώτο θέμα προς συζήτησιν».

Πέρα από το αντικείμενό τους, τα πιο σημαντικά διδάγματα των αγαπημένων μου δασκάλων, τα άντλησα από την συμπεριφορά τους, την προσωπικότητά τους, το ταλέντο τους και την ακτινοβολία τους. Κυρίως, μου προσέφεραν την ευκαιρία να ξεκαθαρίσω τι εκτιμώ, τι απορρίπτω, τι αναζητώ και σιγά-σιγά ποια είμαι.

1 Mytaras ASKT«Δεν διδάσκεται αυτό. Η ποίηση δεν διδάσκεται όπως είπαμε. Και η ζωγραφική, ποίηση είναι. Και η μουσική ποίηση είναι. Και δεν μπορεί αυτό να είναι διαφορετικό από σένα. Πρέπει δηλαδή να καταλάβεις τι είσαι εσύ και αν αισθάνεσαι πράγματα τα οποία μπορείς να περάσεις στην τέχνη σου. Προσωπικά, ότι ζωγράφιζα πάντα στηριζόταν στην εμπειρία που είχα από τα πράγματα. Ποτέ δεν στηρίχτηκα σε πληροφορίες, τι γίνεται αυτή την στιγμή στην Αμερική, στην Αγγλία, στην Γαλλία. Μολαταύτα, εάν ό,τι γινόταν εκεί μπορούσε να μου δώσει μια εικαστική λύση σ’ αυτό που έβλεπα, μπορούσα να το χρησιμοποιήσω. Δεν φοβήθηκα να επηρεαστώ από πράγματα που μ’ ενδιέφεραν, αλλά πιστεύω ότι αν έχεις μόνο πληροφορία και δεν έχεις εμπειρία από κάτι, το έργο παραμένει άψυχο, χωρίς εσωτερική ένταση. Επομένως, ο μαθητής πρέπει να καταλάβει εάν είναι έτοιμος να χρησιμοποιήσει μια τεχνική που έχει μάθει ή αν δεν του κάνει αυτή που έμαθε, να την αλλάξει. Αυτό είναι πολύ σοβαρό διότι υπάρχουν άτομα που κάνουν άλλα αντ’ άλλων, σ’ όλη τους τη ζωή και προσπαθούνε κάτω από πιέσεις. Δηλαδή κάποιος που αισθάνεται ότι, για να είναι σήμερα στα πράγματα, πρέπει να κάνει «αυτό», το κάνει δια της βίας, χωρίς να έχει καμία σχέ­ση. Είναι διαφορετικά τα ταλέντα ενός ο οποί­ος κάνει κατασκευές από έναν ο οποίος κάνει αφηρημένη τέχνη… Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν αφήνω ελευθερία στον κάθε μαθητή, αλλά τον κατευθύνω εκεί που ο ίδιος ανήκει. 0 Picasso λέει: «Δεν κάνω ότι θέλω αλλά ό,τι μπορώ.» Να μια σωστή άποψη.»

49 Ό,τι μπορώ… Ό,τι χρειάζομαι… Ό,τι βλέπω ή ό,τι θυμάμαι;

«Ό,τι είναι αληθινό εντός σου. Εγώ, ζωγραφίζω από μνήμης. Δεν στήνω μπροστά μου τίποτα. Αλλά επενδύω στο μηχανισμό που συντίθεται ένα έργο και το κάνει πειστικό. Αυτό νομίζω είναι θέμα ικανότητας του καθενός. Μπορείς να κάνεις κάτι από τη φύση και να είναι καλό ή κακό… Το ίδιο ακριβώς μπορεί να συμβεί και με κάτι που δεν βλέπεις. Η αίσθηση της αλήθειας προκύπτει από μια εσωτερική ικανότητα να εισπράττεις τον κόσμο και να τον αποδίδεις. Και το ψέμα το κουβαλάς μέσα σου. Είναι αυτό που συμβαίνει όταν βγαίνεις από τον εαυτό σου για να τον παρακολουθείς να ζωγραφίζει. Όταν το κατευθύνεις, επιτηδεύεσαι. Τα εξωτερικά στοιχεία απλώς κάνουν ορατό το έργο. Αλλά αυτό που υπάρχει μέσα στο έργο ούτε μπορείς να το αντιγράψεις, ούτε μπορείς να το αλλοιώσεις, είναι εκείνο που είσαι εσύ ο ίδιος. Προσωπικά, μολονότι άλλαξα πολλές φορές τη μορφή των έργων κατά βάθος εκείνο παρέμενε το ίδιο. Πρέπει να υπάρχει κάτι που να μου προκαλεί αντίσταση για να το ζωγραφίσω. Επομένως, οι μοτοσυκλέτες, τα σκυλιά, οι γυναίκες έχουν την ίδια ακριβώς αισθητική αντιμετώπιση».

 Πέρα από την εσωτερικότητα του «αληθινού ζωγράφου», φανερωμένη σε δυο διαστάσεις, και η ποιότητα του «καλού δασκάλου” δεν περιγράφεται ακριβώς. Βασίζεται μεταξύ άλλων, σε σεβασμό, εξυπνάδα, γενναιοδωρία και απλή ευγένεια. Συνάντησα παιδαγωγούς-τέρατα, των οποίων η συμπεριφορά καθοριζόταν από αναισθησία, κόμπλεξ, μικροπρέπεια και καμιά φορά ζήλια. Αυτοί, όπως oι φρικτοί δολοφόνοι, δεν συγχωρούνται ποτέ.

«Δεν νομίζω ότι πρέπει να πληγώνεις τους μαθητές σου λέγοντας: «Άκουσε, δεν νομίζω ότι είσαι ζωγράφος. Κάνε κάτι άλλο!». Σίγουρα, δεν γνωρίζω ότι είναι σωστό να καταδικάζεις κάποιον που είναι άγνωστο πώς θα εξελιχθεί. Είναι εγκληματικό να του στερείς το όνειρο. Δεν έχει σημασία αν θα γίνει σπουδαίος. Αρκεί που χαίρεται τη δημιουργία. Ήδη διαφέρει από εκείνους που δεν έχουν κανένα παράθυρο ανοιχτό στο σπίτι τους».

Στο σπίτι του Μίμη, τα παράθυρα μοιάζουν να μην κλείνουν ποτέ. Ούτε την νύχτα…

 Τη νύχτα το πάτωμα γίνεται μια καμπύλη. Οι γωνίες σκοτεινιάζουν και η οροφή κατεβαίνει καθώς η πόρτες πλησιάζουν*.

58ΜΕΡΑ ΕΚΤΗ

Μπορεί να ήμασταν εφτά-οχτώ άτομα, προχθές που συζητάγαμε. Κάναμε ελαφριές κουβεντού­λες, τι έπαθε ο τάδε και λοιπά.,. Ο καθένας έλεγε άφοβα το κοντό και το μακρύ του. Γελάγαμε. Κάποια στιγμή, έθεσα θέμα παρά την θέλησή μου. Και ξαφνικά, βρέθηκα να παλεύω ολομόναχη για την άποψή μου, απέναντι σε δυο μέτωπα: αυτούς που είχαν αντίθετη γνώμη και αυτούς που προτιμούσαν να μην επεμβαίνουν. Ταλαντευόμουν μεταξύ θυμού-τσακωμού και «ειρηνικής περιφρόνησης». Τελικά ένας αλληλοσεβασμός μας έφερε στα ίσα μας!
Μίμη, και αν είμαστε εναντίον του πολέμου, μπορούμε να μην καταθέσουμε ποτέ τα όπλα, είτε στην Τέχνη, είτε στην τραπεζαρία; Εσύ, είσαι στρατευμένος;

«Ο στρατευμένος καλλιτέχνης είναι είδος που δεν κατασκευάζεται. Υπάρχει απλώς και εκφράζεται αντιδρώντας μαχόμενος, διαμαρτυρόμενος. Δεν είναι όλοι έτσι. Ο Goya ήταν αυτός που είδε, κατήγγειλε τις σφαγές, τις εκτελέσεις, τα δεινά του πολέμου. Τον περασμένο αιώνα οι στρατευμένοι ήταν πολλοί. Ο Andy Warhol παραδείγματος χάριν, λίγο έχει γίνει αντιληπτό ότι ήταν από τους πλέον μαχητικούς στρατευμένους 91ζωγράφους. Κατήγγειλε τον Αμερικανικό τρόπο ζωής, τις φυλετικές διακρίσεις, τα λαϊκά σύμβολα. Η διαμαρτυρία, η αγανάκτηση στα κακώς κείμενα νομίζω ότι συχνά κινητοποιούν και τη ζωγραφική μου. Η δικτατορία (περισσότερο η ατμόσφαιρα που επικρατούσε τότε), πολλά «κοινωνικά πορτραίτα», τα σκυλιά, τα νεκροταφεία αυτοκινήτων υπάρχουν κατά διαστήματα στη δουλειά μου αλλά και στα γραπτά μου. Αυτό το χαρακτηριστικό δεν μειώνει αλλά ούτε προσθέτει στο έργο τέχνης. Απλώς είναι ένα χαρακτηριστικό».

Δεν έχω εγώ ζωγραφιά να εκθέσω εναντίον της στενό-ξεροκεφαλιάς. Έχω ίσως ένα βλέμμα που κοιτάει προς εκεί που δεν υπάρχει τέλος. Εκεί που δεν υπάρχουν «πρέπει» στα «πιστεύω».

«Αγαπάς, σέβεσαι ορισμένα πράγματα και κάποια στιγμή αρχίζεις να τα ξεχωρίζεις. Τι είναι το ένα; Τι είναι το άλλο; Τι είναι η θρησκεία; Πόσο ουσιαστικό είναι αυτό στη ζωή ενός αν­θρώπου; Τι του δίνει ή τι δεν του δίνει;»

Αυτό τον καιρό, ο εσωτερικός χώρος μιας σεμνής εκκλησίας μεταμορφώνεται «δια χειρός» του Μίμη, σ’ ένα εξαιρετικά λαμπερό, χαρούμενο και παραμυθένιο μουσείο τοιχογραφίας. Απ’ έξω ένα ευγενικό λευκό κτήριο. Μέσα, η Ζωή ολόκληρη: το πάθος, το χρώμα, η ενέργεια, η ομορφιά, η χαρά, το όνειρο! Αυτός ο χώρος είναι άγιος στ’ αλήθεια!

291«Ζωγράφισα το εσωτερικό μιας μικρής εκκλησίας κοντά στο σπίτι μου στο Σούνιο. Βρίσκεται επάνω σε μια μικρή χερσόνησο όπου η θάλασσα περιβάλλει το χώρο. Πιστεύω ότι αν υπάρχει Θεός βρίσκεται εκεί. Η φύση είναι ζωντανή, γεμάτη σκίνα και άγρια λουλούδια. Οι άνεμοι είναι καθημερινά γύρω σου και αισθάνεσαι την παρουσία τους. Τα πουλιά γεμίζουν τον ουρανό, γλάροι, χελιδόνια, κοτσύφια και σπουργίτια. Όλα αυτά τα ζωγράφισα μέσα στο εκκλησάκι. Προσωποποιημένοι άνεμοι με τα ονόματά τους, δέντρα, καράβια και πουλιά είναι όλα εκεί. Και στη μέση ο Χριστός και η Παναγία. Για μένα ο Χριστός είναι η δυνατή παρουσία ενός αληθινού νέου γεμάτου φλόγα επαναστάτη. Μίλησε συγκλονιστικά και πλήρωσε πολύ ακριβά για αυτό. Μάταια προσπαθούμε να κάνουμε πράξη το λόγο του. Το εκκλησάκι αυτό είναι μια προσευχή που πάντα χρωστούσα. Όταν σταθείς εκεί θα αισθανθείς την επαφή του Θεού καθώς φυσούν οι ανέμοι».

 Όποιος θεωρεί άκρως προσωπικό το ζήτημα της πίστης, δεν μπορεί να σου επιβάλλει κανέναν Θεό. Ποιος όμως μπορεί να αγνοήσει την δύναμη της Φύσης; Ποιος μπορεί να μην πιστεύει στην ομορφιά των χιλίων προσώπων της, που παντού απλώνεται στα μάτια του καθενός;

«Στηριζόμενος όπως πάντα στην εμπειρία και επειδή έχω ένα πάθος για τη φύση γενικότερα, προσπάθησα να την ζωγραφίσω. Έτσι προέκυψαν πεταλούδες ή η σειρά με τα κοχύλια που χρόνια τώρα συλλέγω, μελετώ και θαυμάζω. Μπορώ να πω ότι είναι το πραγματικά ωραίο. Υπάρχει όμως ένας μεγάλος κίνδυνος στο να ζωγραφίζεις πράγματα τα οποία είναι ήδη τόσο ωραία από μόνα τους. Λοιπόν, ήταν για μένα μια άσκηση. Αν προσέχει κανείς καλά, βλέπει ότι υπάρχει μια εσωτερική συνοχή στα σχήματα αυτά, μια σοφία η οποία διαμορφώνεται από τον τρόπο ζωής του κάθε ζώου και αυτή η αρμονία είναι ακαθόριστη -δεν ξέρουμε πώς γίνεται- αλλά αξιοθαύμαστη. Αυτό είναι ένα στοιχείο το οποίο σε βάζει στη δοκιμασία να το χρησιμοποιήσεις χωρίς να σε χρησιμοποιήσει εκείνο.»

 88Αιθρία κόρνεα αστρέα ρουγκόζα ντοσίνια ποντερόζαη η κάρντια ψευδολίμα και αστρέα βιγκτάνι στα βάθη του ωκεανού η λατιάξις παγκόντα η ισοκάρντια και η λαμπίς λαμελόζα ακανθοκάρντια εχινάτα η υπέροχη τριδάκνα*.

Φύση προγενέστερη και πόλη χτισμένη παίζετε μπρα ντε φερ. Κοχύλια, σαλιγκάρια, πετρούλες, λουλουδάκια μπλεγμένα στο μπετόν χωρίς μυρωδιά… Πουλιά σε κολώνες της ΔΕΗ αντί στα δέντρα… Γάτες που ψάχνουν σαύρες κρυμμένες στα τούβλα… Και η σχετική ομορφιά των κεραιών σαν γιγαντιαίες ακρίδες.

«Το αστικό τοπίο παλιότερα με προβλημάτισε πολύ. Πήγαινα συνέχεια στην Χαλκίδα. Με εντυπωσίαζαν οι δρόμοι, διότι συνέθεταν ένα σύγχρονο τοπίο. Έφτιαξα λοιπόν τη σειρά «Εθνική Οδός Αθηνών-Λαμίας». Παριστάνουν τοπία αλλοτριωμένα, όπως τα έβλεπα συνήθως από το παρμπρίζ του αυτοκινήτου μου».

 Ταξιδεύοντας συχνά με αυτοκίνητο στις μακρινές συνοικίες με απέραντα νεκροταφεία πάντοτε χαιρετώ τους πεθαμένους φίλους. Ακούω το σκίρτημα καθώς γυρνούν ξαφνιασμένοι*.

 tttt

ΜΕΡΑ ΕΒΔΟΜΗ   
Συχνά, φανταζόμαστε την ζωή πίσω από τζάμια που διστάζουμε να σπάσουμε.
Όταν ήμασταν παιδιά, μας μάθαιναν να μην χαλάμε τα αντικείμενα, να μην λερώνουμε τις βιτρίνες. Όμως, αργότερα, οι βιτρίνες ύπουλα θολώνουν την διαύγεια μας.

«Υπάρχει μια διαφθορά γενικώς που μας έχει ακουμπήσει όλους. Κανείς δεν κάνει επανάσταση σ’αυτό. Όλοι βολεύονται μέσα στη λάσπη. Ομολογώ ότι αυτή την εποχή δεν μ’ αρέσει όπως εξελίσσεται ο Άνθρωπος. Σε γενικές γραμμές, δεν μ’ αρέσουν οι άνθρωποι πολύ: φιλοδοξίες, προσήλωση σε πράγματα τα οποία φθείρουν καθημερινά… Και βρίσκω ότι οι μεγάλες αρετές, όπως η αγάπη στους άλλους και το να χαίρεσαι στην σχέση μ’ αυτούς, χάνονται σιγά-σιγά. Η φιλία, η αγάπη, η ευγνωμοσύνη, η εμπιστοσύνη, όλα αυτά τα 158βρίσκεις τώρα στα ζώα. Μόνο ο σκύλος σου δεν σ’ εγκαταλείπει ποτέ. Βλέπεις τη ματιά του και σ’ αγαπάει. Βέβαια σ’ έχει και ανάγκη για να φάει! Αλλά όλες οι χαμένες αρετές των ανθρώπων έχουν πάει στα ζώα. Για αυτό εγώ προτιμώ τα ζώα από τους ανθρώπους. Για μένα η μεγαλύτερη αμαρτία είναι να προδώσεις την εμπιστοσύνη του σκύλου σου».

Λέο, Πουμ – Πουμ, Σιντονί, Νεφέρ, Χλωρίνη, λα­τρεμένε και καημένε λυκόσκυλε Χόκνεϊ… Και εσείς άλλοι τριχωτοί και τετράποδοι φίλοι, χωρίς όνομα και χωρίς σπίτι… Όλοι μέσα στην καρδιά μας χωράτε, αφού ανοίγει χάρη σ’ εσάς.

«Τα ζώα δεν είναι ότι τα εκτιμάς: τα αγαπάς. Είναι πιο καθαρό είδος τα ζώα. Έχουν αμεσότητα, ειλικρίνεια, αγάπη, εμπιστοσύνη. Αν δω κάποιον να τους φέρεται άσχημα, δεν μπορώ να του ξαναμιλήσω. Όταν ζωγράφισα τα αδέσποτα σκυλιά, πέρασα από μια δοκιμασία από τις πιο δύσκολες. Αυτές οι ζωντανές μορφές έχουν πάνω τους ένα δραματικό στοιχείο που με ταράζει και με συγκλονίζει. Αν μιλήσουμε εικαστικά, δεν φαντάζεται κανείς πόσο δύσκολο είναι να κάνεις ένα σκυλί αδέσποτο να διαφέρει από ένα που δεν είναι. Η ατμόσφαιρα που αποπνέει αυτό το έρημο πλάσμα βγαίνει με πολύ κόπο. Και για ακόμη μια φορά, είναι πολύ μεγάλος ο κίνδυνος να κάνεις ένα ωραίο σκυλί. Αλλά την καταλάβανε αυτή τη δουλειά και χαίρομαι ιδιαίτερα για αυτό διότι, πέρα από την Τέχνη, παραπέμπει σένα κοινωνικό φαινόμενο που ευτυχώς δεν άφησε αδιάφορο το κοινό».

79Κυκλοφορεί η βαρβαρότητα ντυμένη καθώς πρέπει. Τυλιγμένοι σε μια χάρτινη και βρομερή κοινωνική εικόνα, οι βασανιστές με κυριακάτικο κοστούμι χαμογελάνε μόνο στους καθρέπτες που τους κολακεύουν. Όπως και στις βιτρίνες που έλεγα… Τα παγωμένα αυτά τζάμια που μετατρέπουν την προσπάθεια αρμονικής συνύπαρξης όλων σε πασαρέλα για σκληρούς και αριβίστες. Μα, ψηλά δεν είναι ο θρόνος και η εξουσία. Ψηλά είναι τα πουλιά που πετάνε. Που βρίσκονται πάνω, πάνω, πάνω από μας.

«Νομίζω ότι η ποίηση -όχι το να γράφεις μόνον- αλλά η ποίηση γενικώς είναι εκείνο που σε ανεβάζει. Να βλέπεις τα πράγματα στην ομορφιά τους δηλαδή. Να προσπαθεί κανείς να είναι ποιητικός με την ευρεία έννοια. Να χαίρεσαι ας πούμε, αυτά που σου δίνουν η φύση, τα ζώα, οι άνθρωποι… Βέβαια, δεν μπορώ να πω ότι είναι και τόσο εύκολο, διότι καθημερινά υπάρχουν συγκρούσεις, όμως αξίζει να το προσπαθεί κανείς».

Αν σπάσουν οι βιτρίνες, θα βγουν από εκεί πίσω πολλοί άνθρωποι-εκπλήξεις. Κάποιοι που, κοιμώμενοι σε αναπαυτικά κρεβάτια, περιμένανε να χτυπήσει το ξυπνητήρι της άποψης. Και άλλοι που με ιδιαίτερα χαμηλούς τόνους στη φωνή τους, δεν ακούγονταν από τους «βαρήκοους».

 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Μπήκατε στο φανταστικό ημερολόγιο μας, μπήκατε στη ψυχή μας… Προσωπικά, ίσως να νιώθω γυμνή τώρα, απέναντι σας…

«Δηλαδή, αισθάνεσαι λιγάκι σαν να εξομολογείσαι στο μπαλκόνι. Αλλά όταν βγαίνεις στο μπαλκόνι, δηλαδή γράφεις ένα βιβλίο και το διαβάζουν όλοι ή κάνεις μια ζωγραφιά και την δείχνεις, σίγουρα δείχνεις τον αληθινό σου εαυτό και για αυτό είναι και ευαίσθητο αυτό το πράγμα. Υπάρχουν ζωγράφοι που δεν πάνε στην έκθεσή τους, δεν θέλουν να τους δούνε γυμνούς».

Ίσως να νιώθω γυμνή, άλλα όχι αδύναμη. Ούτε άοπλη. Διότι ο Μίμης, όπως κάθε φορά, με κέρασε φίλτρο αισιοδοξίας. Μπήκε ανεπαίσθητα στον χώρο της μοναξιάς μου και τον γέμισε με νόημα, ελπίδα, όνειρα, γέλιο και χαρά.
Αποφάσισα λοιπόν ν’ αφήσω την κριτικό-εικαστική προσέγγιση της δουλειάς του σ’ οποίους δεν έχουν παρόμοια ευκαιρία να εκτιμήσουν την ψυχή του. Αρκετοί μπορούν να συντάξουν ωραίες φράσεις για το εξαιρετικό του σχέδιο, τα καθαρά του χρώματα, τις δυναμικές του συνθέσεις, την ειρωνικό – τρυφερή ματιά του… Άλλωστε, γράφτηκαν και τόσες πολλές.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΥΤΑΡΑΣ - ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΚΑΝΑΚΑΚΙΣ. ΑΠΟ ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΝΙΟΤΗΣ

Σ’ ευχαριστώ Αριστείδη γι’ αυτό το δώρο!…

«Οι Αρχαίοι λέγανε ότι πρέπει να σ’ ενδιαφέρουν οι ειδήμονες, αυτοί που ξέρουνε. Αυτοί που ξέρουνε όμως δεν ξέρω ποιοι είναι. Γνωρίζω πού περίπου βρίσκομαι και πιστεύω ότι τίποτα από αυτά δεν έχει σημασία. Απομένει μόνο η ευχαρίστησή σου να κάνεις κάτι».

Η ευχαρίστηση η οποία κυρίευε τον Μίμη όταν έφτιαχνε τα παιχνίδια που πρόσφατα παρουσίασε. Η ευχαρίστηση που φανερώνει στον Baudelaire, την ομορφιά μέσα στο βρώμικο ρείθρο του πεζοδρομίου. Η ευχαρίστηση που μεταμορφώνει την ασχήμια του εφιάλτη σε πολύτιμο, μοναδικό και παντοτινό ανθρώπινο δημιούργημα.

«Μικρός ζούσα σένα σπίτι που ήταν όλο θάνατος. Αυτό πέρασε και μες στην ζωγραφική μου.
Αρχικά, ζωγράφιζα σκοτεινά δωμάτια, γεμάτα φυτά που, όπως είπαμε, έβλεπα καθημερινά. Αυτά τα πρώτα έργα έχουν την σκιά μιας μητέρας που λείπει, που ελίσσεται μέσα στο χώρο. Με επηρέασε πάρα πολύ ένας τριπλός καθρέπτης που ήταν μέσα στο σπίτι, ο οποίος υπάρχει ακόμα και που χρησίμευσε σαν μοντέλο για διάφορες συνθέσεις.
Όταν ζωγράφιζα επιτύμβια, μου φαινόταν ότι όλοι οι άνθρωποι που κυκλοφορούσαν γύρω μου ήταν έτοιμοι να φύγουν. Αλλά πριν φύγουν ήταν πάνω σε μοτοσικλέτες, μέσα σε τηλεφωνικούς θαλάμους, μέσα σε σπίτια, σε καφενεία. Πρέπει να ήταν μια σκιά απαισιοδοξίας.
Οι σκηνές της διδακτορίας και τα επιτύμβια είχαν το ίδιο ύφος με την διαφορά ότι στην περίπτωση της δικτατορίας ήταν πιο φανερό το θέμα. Στο άλλο ήταν μεταφυσικό μολονότι πιστεύω ότι το επιτύμβιο δεν είναι κάτι εντελώς μεταφυσικό: είναι αυτό που μένει όταν φεύγει κάποιος».

 Αέρας σταματημένος ήσυχοι δρόμοι σιωπηλή συντροφιά. Για το μέλλον μου ξέρω λίγα, ένα μόνο*.

 «Ζώντας μέσα στο εργαστήριο μου, καθημερινά δουλεύοντας, έβλεπα έργα διάφορων εποχών μου, συνέχεια στημένα γύρω μου. Εκεί ένα τοπίο, δίπλα μια μορφή …Όλα μαζί φτιάχνανε έναν άλλο κόσμο. Ήμουν περικυκλωμένος από μια εικονική πραγματικότητα. Η ίδια μου η δουλειά μου υπέβαλλε καινούρια μηνύματα. Αισθανόμουν σαν να ήμουν σ’ έναν δικό μου χώρο, με ένα γνώριμο σ’ εμένα κλίμα και άρχισα να το ζωγραφίζω πάλι. Δηλαδή, ζωγράφισα αυτά που περιέβαλαν, κομματιαστά και το ένα μέσα στο άλλο. Έβγαινε μια δουλειά η οποία είχε έναν χαρακτήρα, μια ατμόσφαιρα περίεργη που πλανιότανε με διάφορα κομμάτια από έργα τα οποία συνομιλούσαν. Και έπρεπε εγώ να τα συνθέσω πάλι. Ήταν μια καινούρια σειρά βασισμένη σε παλιές. Κάτι σαν «ζωγραφισμένη αναδρομική»! Παρουσιάστηκε στην Εθνική Πινακοθήκη το 1994».

Μίμη, στα χρόνια σου, φιλοδοξώ λίγο να σου μοιάζω.

«Η μεγαλύτερη φιλοδοξία είναι να γίνεις αυτό που είσαι.»

 

*Τα μικρά ποιήματα ανήκουν στο Δημήτρη Μυταρά

  Το κείμενο γράφτηκε για την αναδρομική έκθεση του Δημήτρη Μυταρά στη Θεσσαλονίκη, το Μάιο του 2006

 

Μια σκέψη για την Ζουζού. Ταλαντούχα, σπάνια, δυνατή.
Αιώνια αγάπη και στους τρεις από μας.
Λευτέρης, Γιασμίν, Μαρίνα.

 

 

 

 

 

 

 

Last modified: 10/05/2017