Ήταν ένας ελεύθερος άνθρωπος. Η Ήρα Παπαποστόλου γράφει για το Δημοσθένη Σκουλάκη

Ήρα Παπαποστόλου
Ιστορικός και κριτικός τέχνης

Μια εξομολόγησή και ένα κείμενο για το έργο του καλλιτέχνη που της ενέπνευσε την αγάπη για την τέχνη

Είναι αδύνατον να γράψω για την έκθεση του Δημοσθένη Σκουλάκη στο Μουσείο Μπενάκη γιατί πιστεύω ότι δεν γίνεται να είμαι αντικειμενική. Θα παραθέσω όμως τις διαπιστώσεις που έχω κάνει για το έργο του από το 2008 (όταν εκδόθηκε το βιβλίο μου «Εικόνες του Αιώνα Σκουλάκης Σύμβολα Παγκόσμιας Αποδοχής») καθώς και το κείμενο που συμπεριλαμβάνεται τώρα στο βιβλίο που συνοδεύει την έκθεση με τίτλο «Δημοσθένης Σκουλάκης Ένας Μεγάλος Αντιφατικός».

Ο Δήμος ήταν ο αγαπημένος μου θείος.
Καθόμουν στο ατελιέ του με τις ώρες, συζητούσαμε πάρα πολύ και μάθαινα ιστορίες από το παρελθόν αλλά και για τις μέρες μας, πάντα σε σχέση με την πολιτική, τη ζωγραφική, την ποίηση, τη λογοτεχνία, την ιστορία και τη μουσική.
Μου έμαθε να αγαπάω την τέχνη και τη ζωή. Μου έβαζε να ακούω ρεμπέτικα και κλασική μουσική, μου διάβαζε την ποίηση της Γώγου, μου έδειχνε έργα φίλων του ζωγράφων και μου εξηγούσε γιατί έφτιαχναν το ένα και το άλλο. Ήταν ένας βαθιά πολιτικοποιημένος άνθρωπος. Μου μιλούσε για το κομμουνιστικό κόμμα και το ΕΚΚΕ. Τον πονούσε η διάσπαση της αριστεράς. Μου μιλούσε για τη Φρίντα Κάλο και τον Ντιέγκο Ριβέρα αλλά και για τον Πικάσσο, τον Σουτίν, την Κάλλας.
Ήταν ο πρώτος που με πήγε στην Εθνική Πινακοθήκη και μπροστά από τους υπέροχους αυτούς πίνακες με έμαθε να εμπιστεύομαι τα δικά μου μάτια. «Τι βλέπεις;», με ρώτησε την πρώτη φορά. «Τη θάλασσα», του απάντησα. «Πήγαινε τώρα και δες τι λέει το ταμπελάκι δίπλα στο έργο». Πήγα και διάβασα: «Ο βυθός της θάλασσας». Ήταν για μένα η μεγαλύτερη αποκάλυψη. Μπορούσα όντως να έχω εμπιστοσύνη στον εαυτό μου.
Ο Δήμος ήταν απλός άνθρωπος με ευαισθησίες και χιούμορ. Και ήταν σαν δεύτερος πατέρας μου. Όταν κάτι πήγαινε στραβά, το ατελιέ του ήταν το κρησφύγετό μου. Θαυμάζω ακόμα τη ζωγραφική του, το πνεύμα του. Δεν με είχε μαλώσει ποτέ, δεν με είχε κατακρίνει ποτέ. Με έμαθε ότι όλα μπορούν να λυθούν με την κουβέντα. Με έμαθε, επίσης, να μην φοβάμαι να μιλάω γι’ αυτά που με απασχολούν έτσι ώστε να μπορώ να τα λύσω.
Η γραφή του στη ζωγραφική ήταν πάντα ιδιαίτερη, προσωπική. Και με έμαθε να προβληματίζομαι για πάρα πολλά πράγματα. Εξάλλου, ίσως χάρη σ’ αυτόν να αποφάσισα να γίνω ιστορικός τέχνης και συγγραφέας.
Ήταν επίσης πολύ οργανωτικός. Με έμαθε να έχω τα πάντα τακτοποιημένα όπως εκείνος. Για να μην χάνομαι στο χάος των όσων κάνω. Με έμαθε ακόμα, να κρατάω ημερολόγιο. Όλα είναι σημαντικά. Κάτι μαθαίνεις πάντα μέσα στην μέρα. Κι αυτό είναι ωραίο να το καταγράφεις και να επιστρέφεις σ’ αυτό όταν χρειαστεί.
Το πιο σημαντικό όμως ήταν ότι με έβλεπε σαν μια ξεχωριστή προσωπικότητα. Δεν μου έδινε συμβουλές, με άφηνε να βρίσκω μόνη μου τις λύσεις. Ήταν ένας πραγματικά ελεύθερος άνθρωπος που δεν τον ενδιέφερε να εξουσιάζει τους άλλους ή να τους κάνει με το ζόρι σαν κι αυτόν. Και που του άρεσε η ωραία ζωή. Ήταν ένας bon viveur. Αλλά όταν έπρεπε να υπερασπιστεί τις ιδέες του, δεν συμβιβαζόταν με τίποτα. Τίναζε στον αέρα καριέρες, χρήματα, φιλοδοξίες. Το έκανε δύο φορές στη ζωή του. Την μία, το 1967, την περίοδο της χούντας, κυνηγημένος για τις αριστερές ιδέες του, αυτοεξορίστηκε, αφήνοντας πίσω του μια λαμπρή καριέρα και οικογένεια, για να συμμετάσχει στον αντιχουντικό αγώνα. Τη δεύτερη, το 1970, ενώ ζούσε στο Λονδίνο, άφησε πίσω του μια διεθνή εικαστική καριέρα για να ενταχθεί στις δυνάμεις του ΕΚΚΕ, για την αποκατάσταση της δημοκρατίας στη χώρα. Συνέχεια δούλευε κάνοντας πράγματα που τον εκφράζανε ανάλογα με την κάθε εποχή.
O τελευταίος γάμος του ήταν με την δημοσιογράφο Αθηνά Ραπίτου που είναι αδερφή της μητέρας μου. Παντρεύτηκαν το 1979, μόλις είχα γεννηθεί. Σύμφωνα με τα λεγόμενά τους, στην πρώτη έκθεση που με πήγαν, όταν ο Δήμος με ρώτησε πως μου φάνηκε, το μόνο που απάντησα ήταν «Πολλά παππούτσια!» Μέχρι εκεί έβλεπα.
Μετά το θάνατό του, δεν μου έλειψε ο θείος μου. Μου έλειψε ο καλύτερός μου φίλος που τύχαινε, μάλιστα, να είναι και ζωγράφος. Πολύ καλός ζωγράφος. Ρεαλιστής και αθεράπευτα «ρομαντικός».
Με την δική του αδιαπραγμάτευτη, μοναδική προσωπικότητα. Και μου λείπει ακόμα.
Ήρα Παπαποστόλου, Κριτικός & Ιστορικός Τέχνης – Συγγραφέας
Σεπτέμβριος 2018

Λίγα λόγια για το έργο του Δημοσθένη Σκουλάκη

Γεννημένος το 1939, ο Δημοσθένης Σκουλάκης υπήρξε μάρτυρας της δεκαετίας του ’80, μιας περιόδου όπου στην Ελλάδα ήκμαζε – ανάμεσα στους τομείς της τέχνης και του χρήματος – ο «νεοπλουτισμός» της ζωγραφικής εικόνας: ο μοντερνισμός. Νωρίτερα, την δεκαετία του ’60, ζωγραφίζει πρώτος στην Ελλάδα (μέσα στο κλίμα του φωτορεαλισμού και της ποπ αρτ) σκηνές διαδηλώσεων. Ζώντας στις Η.Π.Α. και στην Ευρώπη, γεμάτος εμπειρίες από μουσεία και εκθέσεις, σκέφτεται με νοσταλγία την Αθήνα. Μένοντας παράλληλα ενεργός στους τομείς της δημοσιογραφίας και της πολιτικής -ως στέλεχος του κομμουνιστικού κόμματος – παρακολουθεί όλες τις αλλαγές που υπέστη η χώρα του, ως τις μέρες μας. Μετά από δεκαετία περιπέτειες, ο Σκουλάκης επιστρέφει αποκλειστικά στο πινέλο. Τα πρώτα του έργα είναι πορτρέτα φίλων ή δημοσίων προσώπων: μια δουλειά που συνδυάζει φωτογραφικά στοιχεία και μεταφυσικές αναζητήσεις και που, αργότερα, γεννά ένα πλήρες αφιέρωμα στον Έλληνα ρεαλιστή ζωγράφο Γιάννη Τσαρούχη.
Η αμέσως επόμενη σειρά έργων του φέρει το όνομα Διαδρομή στον Υπόγειο, έχει για θέμα της τον παλιό ηλεκτρικό σιδηρόδρομο και θέτει το αιώνιο ερώτημα της ζωής και της τέχνης: τη μάχη ανάμεσα στη ζωή και στο θάνατο.
Στην τελευταία του δουλειά με τίτλο Ο Τζόγος και ο Μύθος των Μορφών, τέχνη, εμπόριο και πολιτική συναντιούνται. Αριστουργήματα του παρελθόντος, σύμβολα παγκόσμιας αποδοχής, εμφανίζονται σε μία μεταμοντέρνα ζωγραφική άποψη, προτείνοντας την Ελλάδα ως τόπο θεώρησης και αναθεώρησης της τέχνης.
Που ανήκει όσον αφορά στην ιστορία της σύγχρονης ευρωπαϊκής ζωγραφικής;
Ένα ταξίδι στο χρόνο, από τα έργα στη Σχολή Καλών Τεχνών έως την πιο ώριμη δουλειά του, μας αποκαλύπτει την ταυτότητα ενός καλλιτέχνη με σταθερή πορεία και εξέλιξη.
Η έννοια της σειράς που προτιμά να χρησιμοποιεί, δίνει μια συνοχή και μια λογική στη δουλειά του. Τα έργα δένονται το ένα με το άλλο από την αρχή της πορείας του έως σήμερα, γεγονός που μεταφράζεται σε ζωγραφική ποιότητα. Κοινά σημεία που συνθέτουν τη ζωγραφική του ταυτότητα: ο ρεαλισμός, η μεταφυσική ατμόσφαιρα, η χρήση συμβόλων, η ανθρώπινη φιγούρα, ο σταματημένος χρόνος, η έννοια της μνήμης, το πορτρέτο, η αυτοπροσωπογραφία, η κοινωνικοπολιτική κριτική ματιά, η αναζήτηση ταυτότητας. Η τελευταία του δουλειά συγκεντρώνει όλα αυτά τα στοιχεία δημιουργώντας μία ολόκληρη προσωπική τυπολογία της επανεγγραφής, γεμάτη σύμβολα παγκόσμιας αποδοχής, μέσα σε μία προσπάθεια να μπει τάξη εκεί όπου μοιάζει αδύνατο να μπει.
Οι πηγές του, από των πλούτο των έργων των μεγάλων μουσείων, οδηγούν τον θεατή να δει διαφορετικά είδη ρεαλισμών του παρελθόντος, τις πρωτοποριακές χειρονομίες του αιώνα και πολλούς διαφορετικούς πολιτισμούς. Οι ίδιες πηγές τοποθετούν τον ζωγράφο πολύ κοντά στους Ισπανούς καλλιτέχνες της Equipo Cronica της δεκαετίας του 70 καθώς και στο ιταλικό κίνημα Pittura Colta της δεκαετίας του ’80.
Σε μια εποχή όπου όλα γίνονται ίδια κάτω από το σύστημα του εμπορίου, ο Σκουλάκης ασκεί μια μεταμοντέρνα κριτική στο παγκόσμιο σύστημα προώθησης έργων τέχνης και παράλληλα εκφράζει την ανησυχία του σχετικά με την ταυτότητα της σύγχρονης τέχνης σε κρίση. Το έργο του, άλλοτε αφελές, άλλοτε γελοιογραφικό, αλλά πάντοτε πολιτικό, θα μπορούσε να αντανακλά την εικόνα του σύγχρονου κόσμου. Ο καλλιτέχνης θέλει να ξαναδώσει σε κάθε στοιχείο το νόημα που αυτός θεωρεί πρωταρχικό. Υποστηρικτής των ιδεών του Ζαν Κλαιρ, θέλει να χτυπήσει τον μοντερνισμό για να σβήσει το λανθάνοντα μύθο και να του δώσει την πραγματική του θέση στην ιστορία της τέχνης, χωρίς να αρνείται την εξέλιξη στην οποία και ο ίδιος συνέβαλλε. Θέλει να συνδέσει το παρελθόν και το μέλλον και να τα βάλει σε μια ισορροπία. Το διάστημα ανάμεσα στα δύο δεν θα μπορούσε να αποδοθεί παρά με τη μορφή ενός τεράστιου κολλάζ, ενός τζόγου με τους μύθους και τις μορφές, που – όσον αφορά στη σύγχρονη ιστορία της ευρωπαϊκής ζωγραφικής – κατατάσσει το Σκουλάκη περισσότερο στην ομάδα της Αφηγηματικής Παραστατικότητας των μέσων της δεκαετίας του ’60.

Πηγές: ‘Ηρα Παπαποστόλου, «Εικόνες του αιώνα Σκουλάκης Σύμβολα Παγκόσμιας Αποδοχής», Εκδ. Αδάμ, 2008
Ήρα Παπαποστόλου, «Μικρή Αναδρομή», Εκδ. Περιτεχνών, 2014

Last modified: 06/04/2019