Χρήστος Χρυσόπουλος: Οι εικόνες καταφέρνουν, πολλές φορές, να μας κάνουν ανήσυχους

Ελένη Γαλάνη
Μουσειολόγος

1 DISJUNCTION 8 Young runner statue on Syntagma square

 

 

Γνώρισα τον Χρήστο Χρυσόπουλο ως συγγραφέα το 2008 στα πλαίσια μαθήματος δημιουργικής γραφής με αφορμή προγραμματισμένη συζήτηση στην τάξη για το μυθιστόρημά  του «H λονδρέζικη μέρα της Λώρας Τζάκσον», (βραβείο αφηγηματικού πεζού λόγου της Ακαδημίας Αθηνών) που μόλις είχε εκδοθεί. Τον ξαναβρήκα έξι χρόνια αργότερα στη Γερμανία όπου αυτή τη δεύτερη φορά ζήτησα να τον συναντήσω με την άλλη του ιδιότητα –εκείνη του φωτογράφου. Αφορμή ήταν η 66η διεθνής έκθεση βιβλίου της Φρανκφούρτης, όπου ο Χρήστος. Χρυσόπουλος προσκλήθηκε από το Ελληνικό Ίδρυμα Πολιτισμού για να παρουσιάσει ως επισκέπτης/συγγραφέας τα δύο καινούρια βιβλία του Το σώμα του Τιρθανκάρα (ταξιδιωτικό μυθιστόρημα που προέκυψε από το πρόσφατο ταξίδι του στη βόρεια Ινδία) και το My mother’s silence (το φωτογραφικό λεύκωμα που συνοδεύει το ομότιτλο φωτογραφικό του έργο, που από τις 3 Οκτώβρη μέχρι και τις 26 Οκτωβρίου παρουσιάζεται στην οικία Δελμούζου στην Άμφισσα). Παρουσίασε παράλληλα τα δύο έργα με προβολή φωτογραφιών και ανάγνωση αποσπασμάτων από τα κείμενα σε μια ταυτόχρονη «συνομιλία» / διάδραση της εικόνας με τη γραφή.

Σε αυτή τη δεύτερη συνάντησή μας στο καφέ Μετροπόλ, στο κέντρο της «παλιάς» πόλης της Φρανκφούρτης γνώρισα τον Χρήστο Χρυσόπουλο ως φωτογράφο.  Μιλήσαμε για την έκθεσή του στην Άμφισσα, για την μέχρι σήμερα πορεία του στο χώρο της φωτογραφίας, για το πώς το φωτογραφικό του έργο σχετίζεται με το συγγραφικό, για τις διάφορες μορφές της αφήγησης  -στην εικόνα και τον λόγο-  καθώς και για τα πολλά και ενδιαφέροντα μελλοντικά του σχέδια.

Πώς ξεκίνησε η ενασχόλησή σου με τη φωτογραφία;
Το ενδιαφέρον μου για τη φωτογραφία ξεκίνησε πολλά χρόνια πριν, ήμουν ακόμη στο γυμνάσιο, όταν μυήθηκα στην τεχνική του σκοτεινού θαλάμου από έναν συγγενή ένθερμο φωτογράφο. Έκτοτε η φωτογραφία συνοδεύει διαρκώς την καθημερινότητά μου. Όταν, λοιπόν, άρχισα να ασχολούμαι πλέον πιο συστηματικά με τη λογοτεχνία, από την πρώτη στιγμή η φωτογραφία τροφοδότησε τη γραφή· είτε με άμεσο τρόπο είτε με πιο έμμεσες συνεισφορές.
Η φωτογραφία υπάρχει σχεδόν σε όλα τα βιβλία μου. Σε κάποια βιβλία τοποθετούνται φωτογραφίες ως υποδείξεις που βοηθούν την αφήγηση (στο μυθιστόρημα Φανταστικό μουσείο υπάρχουν φωτογραφίες των προσώπων και των τόπων που αναφέρονται στο κείμενο). Αλλού οι φωτογραφίες αποτελούν την αφετηρία της γραφής (στο μυθιστόρημα Η λονδρέζικη μέρα της Λώρας Τζάκσον υπάρχουν τέσσερις φωτογραφίες που σχετίζονται με την κεντρική ηρωίδα και ο αφηγητής τις «επισκέπτεται», εισερχόμενος στην κυριολεξία μέσα στην εικόνα για να περιπλανηθεί σε αυτή). Υπάρχουν περιπτώσεις όπου η φωτογραφία συμμετέχει λεκτικά (στα μυθιστορήματα Σουνυάτα και Περίκλειστος κόσμος υπάρχουν εκτενείς περιγραφές φωτογραφιών). Ενώ στο προτελευταίο βιβλίο μου, στο χρονικό Φακός στο στόμα, οι φωτογραφίες αναλαμβάνουν να διεκπεραιώσουν μέρος της αφήγησης της ίδιας, καθιστώντας τους αναγνώστες θεατές και αυτόπτες μάρτυρες.

1 My mother's silence 1 (1)Αυτόν τον καιρό κυκλοφορεί στην Ελλάδα από τις εκδόσεις Νεφέλη ένα νέο φωτογραφικό βιβλίο μου με τίτλο My mother’s silence (http://www.thesymptomprojects.gr/es_optron_2.html). Σε αυτή τη δουλειά φωτογράφισα το πατρικό μου σπίτι διερευνώντας το ίχνος της μνήμης και της ενδόμυχης προσωπικής ιστορίας. Έκανα με τη φωτογραφία αυτό που δεν μπορούσα να κάνω ως συγγραφέας: να μιλήσω και να συλλογιστώ για την οικογένειά μου. Να, λοιπόν, μια περίπτωση που δεν οδήγησε η λογοτεχνία στη φωτογραφία, αλλά το αντίθετο, στη φωτογραφία οδήγησε ακριβώς η αδυναμία της γραφής.

Στην παρουσίασή σου στην 66η διεθνή έκθεση βιβλίου της Φρανκφούρτης όπου συμμετείχες ως επισκέπτης συγγραφέας συνδύασες την αφήγηση κειμένων με την εναλλαγή φωτογραφιών σε ίδιο χρόνο από δύο ξεχωριστά πρότζεκτ: το Μy mother’s silence (από το ομώνυμο λεύκωμα που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Νεφέλη) και Το σώμα του Τιρθανκάρα –το βιβλίο / καταγραφή της πρόσφατης εμπειρίας σου από το ταξίδι σου στην Ινδία (επίσης από τις εκδόσεις Νεφέλη). Πώς λειτούργησε η ταυτόχρονη παρουσίαση και αντιπαραβολή εικόνας και κειμένου;
Η φωτογραφία, όπως και το γράψιμο, είναι για μένα μια μέθοδος αυτογνωσίας. Αυτό που θέλω να πω είναι ότι προσεγγίζοντας τον κόσμο μέσα από το φωτογραφικό φακό ή από τη γραφή, πρωτίστως επιθυμώ να καταλάβω τη δική μου θέση σε αυτόν. Να ορίσω τη δική μου υπαρξιακή στάση. Υπό μια έννοια, οι διαφορετικές μορφές αφήγησης είναι αποτυπώσεις της δικής μου ταυτότητας. Αυτή η αφετηριακή θέση συνδέει τη λογοτεχνία και τη φωτογραφία και επιτρέπει στις δύο να συνομιλούν επί τη βάσει της επινόησης ενός εαυτού. Αυτός ήταν και ο τίτλος της παρουσίασης στη Φρανκφούρτη: «Η επινόηση του εαυτού». Ας εξηγηθώ.
1 My mother's silence 2 (2)Στην έκθεση παρουσίασα τα τελευταία δύο βιβλία μου, που μόλις κυκλοφόρησαν από τις εκδόσεις «Νεφέλη». Το σώμα του Τιρθανκάρα είναι ένα ταξιδιωτικό μυθιστόρημα που προέκυψε έπειτα από περιπλάνηση στη βόρεια Ινδία και αναπολεί το ταξίδι όχι ως διαδρομή, αλλά μέσα από τους ανθρώπους που συνάντησα στο δρόμο μου, τις ιστορίες που μου αφηγήθηκαν και το ίχνος που άφησαν αυτές οι ιστορίες επάνω μου. Πρόκειται περισσότερο για ένα εσωτερικό ταξίδι.
Το δεύτερο βιβλίο είναι ένα φωτογραφικό λεύκωμα με τίτλο My mother’s silence και αποτελεί μέρος της ομώνυμης φωτογραφικής έκθεσης που διοργανώθηκε τον Οκτώβριο από την εικαστική πλατφόρμα The Symptom Projects και με την επιμέλεια του Αποστόλη Αρτινού. Στο έργο αυτό φωτογράφισα το άδειο πατρικό μου σπίτι και μέσα από είκοσι φωτογραφίες με σκοτεινή μπλε τίντα επιχειρώ μια φωτογραφική αφήγηση που διερευνά το πώς η μνήμη, η βιογραφία και η προσωπική ιστορία διαμορφώνονται μέσα μας στο πέρασμα του χρόνου.
Το κοινό στοιχείο ανάμεσα σε αυτές τις δυο δουλειές είναι το εσωτερικό ταξίδι και η διερεύνηση του εαυτού μέσα από την επίσκεψη ενός χώρου οικείου (το πατρικό σπίτι) και ενός χώρου ουσιαστικά ανοίκειου (το ταξίδι στην Ινδία). Στην παρουσίαση επέλεξα μια διαδοχή από φωτογραφίες (του πατρικού σπιτιού και φωτογραφίες που τράβηξα στην Ινδία) πάνω στην οποίες «σκηνοθετήθηκε» ένας εσωτερικός μονόλογος διαρθρωμένος από αποσπάσματα των δύο βιβλίων. Για μένα και στις δύο περιπτώσεις το υποκείμενο του λόγου (φωτογραφικού / μυθιστορηματικού) βρίσκεται αντιμέτωπο με την αινιγματική διαπλοκή των νημάτων της μνήμης, του χρόνου και της σκέψης. Η προσπάθειά του είναι να διανοίξει έναν πόρο, ένα πέρασμα. Ο Χάιντεγκερ στη σειρά των δοκιμίων του με τίτλο Hozwege Αδιέξοδα μονοπάτια») δίνει μια ωραία περιγραφή ετούτης της μεταφοράς: «Μέσα στο δάσος υπάρχουν κάποια μονοπάτια που οδηγούν σε χορταριασμένα αδιέξοδα. Κάθε μονοπάτι προχωρεί μόνο μέσα στο δάσος και συχνά μοιάζει το ένα με το άλλο, αλλά τα πράγματα δεν είναι όπως φαίνονται. Οι δασοκόποι και οι δασοφύλακες ξέρουν το δρόμο τους και γνωρίζουν τι θα πει να έχεις χαθεί σε ένα τέτοιο μονοπάτι, ένα μονοπάτι που δεν οδηγεί πουθενά» [Martin Heiddeger, Off the Beaten Track, μτφ. Kenneth Haynes, Cambridge U.P., 2002].

1 My mother's silence DELMOUZOS HOUSE Installation shot 1Τα έργα του My mother’s silence παρουσιάζονται από τις 3/10 στην Άμφισσα στην οικία Δελμούζου: φωτογραφίες από το πατρικό σου σπίτι τοποθετήθηκαν σε συνομιλία με τα αντικείμενα ενός ξένου ιδιωτικού χώρου (http://vimeo.com/108703869) με τρόπο ώστε να δημιουργείται διάλογος με το περιβάλλον σε μια υποχρεωτική και πιθανόν αταίριαστη συνύπαρξη. Πώς λειτούργησε η αρχική σκέψη συγκατοίκησης -στην πράξη;
Οφείλω να ομολογήσω πως, όταν έγινε από τον επιμελητή Αποστόλη Αρτινό η αρχική πρόταση για την έκθεση, η αποδοχή της εκ μέρους μου δεν έγινε χωρίς επιφυλάξεις. Η ιδέα της εισδοχής ενός αστικού περιβάλλοντος μέσα σε ένα άλλο –ειδικά όταν ένα από αυτά είναι το δικό σου οικογενειακό περιβάλλον– ενέχει τον κίνδυνο να παρανοηθούν και οι δύο: και ο «οικοδεσπότης» και ο «φιλοξενούμενος». Επίσης, αυτές οι δύο «επικράτειες» (το σπίτι του Αλέξανδρου Δελμούζου στην Άμφισσα – το διαμέρισμα της μητέρας μου στη Νέα Σμύρνη) διακρίνονταν από ουσιαστικότατες διαφορές: ταξικές, ιστορικές, χρονολογικές κ.ά. Εντούτοις, η ιδέα η ίδια ήταν εξαιρετικά καίρια. Το ενδιαφέρον μου στη φωτογραφία επικεντρώνεται στη λειτουργία του κυριολεκτικού και του ψυχολογικού χώρου. Με απασχολεί διαρκώς ο τρόπος με τον οποίο αλληλεπιδρούν το περιβάλλον και τα υποκείμενα. Η αυτονόμηση των αντικειμένων και η συμβολοποίησή τους. Τα ίχνη της μνήμης και οι αποκλίσεις από την κανονικότητα. Οι φροντισμένες και οι παραμελημένες λειτουργίες. Όλα αυτά κεντρίζουν διαρκώς την προσοχή μου. Έτσι, αποδέχτηκα αμέσως την πρόταση, δίχως να γνωρίζω τι θα προκύψει, δίχως να διαθέτω a priori μέθοδο ώστε να πάρω τις απαραίτητες αποφάσεις.
Όταν έφτασε η ώρα της τοποθέτησης των έργων μέσα στους χώρους της έκθεσης, κατέστη εμφανές ότι οι «υποδοχείς» ήταν αυτονόητοι. Δεν χρειάστηκε πολλή σκέψη για να επιλεχθούν τα σημεία στα οποία το σπίτι της Άμφισσας θα «δεξιωνόταν» το διαμέρισμα της Νέας Σμύρνης. Ίσως να φταίει το γεγονός ότι και οι δύο χώροι κατοικούνται από μία μόνη γυναίκα. Ίσως να φταίει το γεγονός ότι οι δυο γυναίκες βρίσκονται κοντά στην ηλικία. Ίσως, τελικά, να φταίει μόνο η ματιά του φωτογράφου. Τα διακοσμητικά αντικείμενα, τα έπιπλα, ο φωτισμός του σπιτιού στην Άμφισσα έμοιαζαν να αποζητούν το ζευγάρι τους στις φωτογραφίες από το My mother’s silence. Κι έτσι από αυτή τη συνύπαρξη προέκυψε ένας τρίτος υβριδικός χώρος που –για μένα προσωπικά– νοηματοδότησε με νέο τρόπο αυτό που αντιλαμβανόμουν ως πατρική οικία.
My mother’s silence με απασχολεί αυτό που μπορεί να αποδώσει η φωτογραφία όχι τόσο μέσω αυτού που εικονίζει, αλλά μέσω αυτού που χάνεται στη σκιά. Τα σημαντικότερα πράγματα σε αυτή τη δουλειά είναι εκείνα που βρίσκονται στο σκοτάδι. Το σκοτάδι, λοιπόν, μέσα στο αδειανό σπίτι της Άμφισσας ήταν διαφορετικό, κι αυτό –όσο κι αν μοιάζει οξύμωρο– «φώτισε» με διαφορετικό τρόπο τις φωτογραφίες μου. Η αρχική υποψία του επιμελητή Αποστόλη Αρτινού επιβεβαιώθηκε απόλυτα.

1 My mother's silence DELMOUZOS HOUSE Installation shot 2 Έχεις δηλώσει ότι αυτό που σε ενδιαφέρει γενικότερα είναι η διερεύνηση των ποικίλων μορφών που μπορεί να πάρει η αφήγηση. Η επικέντρωση στην αφηγηματικότητα είναι μια συνθήκη που σε ακολουθεί σε κάθε δραστηριότητα είτε ασχολείσαι με τη λογοτεχνία ή τη φωτογραφία. Υπάρχει διάκριση τελικά ανάμεσα στους δύο αφηγηματικούς ρόλους: του συγγραφέα και του φωτογράφου;
Για μένα, οι ιδιότητες του φωτογράφου και του συγγραφέα είναι συγγενείς και συμπληρωματικές. Δεν χρειάστηκε ποτέ να συγκεράσω συνειδητά αυτά τα δύο ενδιαφέροντα. Με ακολούθησαν και τα δυο σχεδόν αυτονόητα όταν αποφάσισα να γίνω συγγραφέας. Παρότι τα μέσα διαφέρουν, συναντιούνται στις δύο βασικές δεξιότητες: την παρατήρηση και την αφηγηματικότητα. Είναι τα δύο θεμελιώδη στοιχεία και της λογοτεχνίας και της φωτογραφίας. Φυσικά, ανάμεσα στις δύο αυτές τέχνες υπάρχουν και μεγάλες διαφορές που κυρίως αφορούν την έννοια του χρόνου. Ακριβώς εκεί, ανάμεσα σε αυτά που μοιράζονται και σε αυτά που τις χωρίζουν, ανοίγεται ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον πεδίο, στο οποίο συνομιλούν και αλληλοσυμπληρώνονται η γραφή και η φωτογραφία.
Όσον αφορά την αφηγηματική δυνατότητα της φωτογραφίας, δεν βλέπω ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στην εικόνα και το κείμενο. Και η φωτογραφία και η λογοτεχνία είναι αδύνατον να κατανοηθούν έξω από το πλαίσιο που ορίζουν: η αντιληπτική δεξιότητα του αποδέκτη και το περικείμενο της πρόσληψης. Σε τελική ανάλυση, καθένας από εμάς έχει τον δικό του τρόπο να «διαβάζει» τη φωτογραφία, όπως διαθέτει και έναν δικό του τρόπο να διαβάζει ένα κείμενο. Πρόκειται για τη βασική προϋπόθεση της καλλιέργειας του αισθητηρίου με το οποίο προσεγγίζουμε κάθε φορά την τέχνη και σ’ αυτή την καλλιέργεια συμμετέχουν όχι μόνο η τέχνη η ίδια αλλά και ευρύτερες εκφάνσεις της ταυτότητάς μας (πολιτικές, κοινωνικές, ταξικές, βιωματικές κ.ά.).
Οπότε, ναι, η τέχνη σε κάθε περίπτωση παράγει αφηγήσεις, αλλά αυτό που «μένει στον αποδέκτη» είναι κάθε φορά διαφορετικό. Άλλωστε, πρέπει να διαχωρίσουμε την διήγηση από την έννοια της αφήγησης. Υπάρχουν πολλά κείμενα τα οποία περιέχουν αφηγήσεις δίχως να διηγούνται κάποια ιστορία. Και το ίδιο μπορεί να συμβεί και στη φωτογραφία. Είναι αυτό το αποθησαυρισμένο κέρδος που μας κληροδότησε η ιστορία της τέχνης: η φωτογραφία του Μπρεσόν είναι άλλης λειτουργίας από εκείνη του Σολ λε Βιτ, άλλη από εκείνη της Σίντι Σέρμαν, είναι άλλη από εκείνη του ζεύγους Μπέχερ κ.λπ.
Αν τελικά πρέπει να κάνω μια οριστική διάκριση, αυτή ας είναι υπέρ της φωτογραφίας: η εικόνα μπορεί να προσεγγίσει επίπεδα αφαίρεσης τα οποία είναι αδύνατον να φτάσει ο λόγος, απλώς και μόνο λόγω του εγκλωβισμού του στην παρατακτικότητα της γλώσσας. Να γιατί το νοηματικό φορτίο των εικαστικών τεχνών μπορεί να είναι τόσο διφορούμενο και διαφεύγον. Να γιατί οι εικόνες καταφέρνουν, πολλές φορές, να μας κάνουν τόσο ανήσυχους.

 Στη δουλειά σου υπάρχουν στοιχεία και αναφορές στους καταστασιακούς (περιπλάνηση, ψυχογεωγραφία). Ποιές είναι οι επιρροές σου από την τέχνη και τη φωτογραφία γενικότερα (αγαπημένοι καλλιτέχνες);
Πιστεύω ότι το διακριτικό στοιχείο των καλλιτεχνών –ανεξάρτητα από πειθαρχία– δεν είναι το métier, ο «τρόπος» της τέχνης τους. Αυτός έπεται. Η βασική διακριτική αρχή είναι το aspect seeing, η δυνατότητα και ο τρόπος της παρατήρησης. Η οξύτητα και η επιμονή, η αντοχή στον αναστοχασμό. Η αμφίδρομη αντιληπτικότητα που περιλαμβάνει τον εαυτό και το περικείμενό του. Αυτές είναι οι βασικότερες δεξιότητες. Ακολουθούν, βέβαια, η καλλιέργεια της ερμηνείας, η αποτελεσματικότητα στη χρήση των μέσων, το φιλέρευνο πνεύμα, η γοητεία του πειραματισμού, η πολυμάθεια, το χιούμορ και ό,τι άλλο πιστεύουμε ότι συνεισφέρει στην τέχνη.
1 STIX n PRIXΈτσι, λοιπόν, οι αρχικές παρορμήσεις μου ήταν να οδηγηθώ προς εκείνους τους διανοητές που καλλιέργησαν την εμπρόθετη καλλιέργεια της παρατήρησης: στον Βάλτερ Μπένγιαμιν, τον Ζίγκφριντ Κρακάουερ, τον Μισέλ ντε Σερτό κ.ά. Και από εκεί στους καλλιτέχνες για τους οποίους η έννοια της καταβύθισης, του rive, αποτέλεσε σημαντική μέθοδο εποπτείας της πραγματικότητας. Παράλληλα η σκέψη μου διαμορφώθηκε σε μεγάλο βαθμό από την ενασχόληση με τον λόγο, από τη σημειολογία και την πραγματολογία της γλώσσας.
Λέω συχνά (και οι φίλοι μου με ειρωνεύονται γι’ αυτό) ότι ένας καλλιτέχνης οφείλει να «εκτρέπει» διαρκώς τη ματιά του προς κάτι αλλότριο. Για μένα αυτό έχει μεγάλη σημασία. Από αυτή την αφετηρία οι καλλιτέχνες που κατά καιρούς με «καθοδήγησαν» ήταν εκείνοι οι οποίοι «λοξοδρόμησαν» προς ένα ιδιοσυγκρασιακό σύμπαν. Σκέφτομαι πρόχειρα τους: Πάβελ Φιλόνοφ, Τζόζεφ Κορνέλ, Λουί Σουτέρ, Έγκον Σίλε, Μπαρνέτ Νιούμαν, το ζεύγος Μπέχερ, Ιλιά Κάμπακοφ, Γιόζεφ Μπόις, Σολ λε Βιτ, Γκέρχαρντ Ρίχτερ, Ντυσάμπ, Μπρους Νάουμαν, Άσγκερ Γιορν… θα μπορούσαν να είναι και πολλοί άλλοι. Μέσω αυτών συγκροτώ το προσωπικό μου «Φανταστικό μουσείο».
Εντούτοις, πολλές φορές συμβαίνει η συνεισφορά συγκεκριμένων καλλιτεχνών στη σκέψη μας να μην έγκειται ούτε στην τέχνη τους, ούτε στα λογής επιτεύγματά τους, ούτε καν στη βιογραφία τους. Είναι συχνά μια αδιάγνωστη επενέργεια που μας κάνει να κατανοούμε καλύτερα μερικά πράγματα και μας προσανατολίζει. Γι’ αυτό είναι άσκοπο να προσπαθούμε να διακριβώσουμε τη σχέση που έχει κανείς με τις «αναφορές» του. Το άνυσμα της επίδρασης δεν είναι ποτέ ευθύγραμμο. Αυτό που διαγράφεται όλο και πυκνότερα, καθώς περνά ο χρόνος, είναι ένα πλέγμα τεθλασμένων γραμμών, ένα παλίμψηστο πάνω στο οποίο χαράσσει κανείς τον προσωπικό του λόγο.

 Χαρακτηριστική στη φωτογραφική δουλειά σου είναι η απουσία της προσώπου/ υποκειμένου – έχει κανείς την αίσθηση ότι τα αντικείμενα υποκαθιστούν την ανθρώπινη παρουσία. Από την άλλη, το αντικείμενο, όπως λες, αυτονομείται –τόσο στον ιδιωτικό όσο και στο δημόσιο χώρο- εντείνοντας στο έργο σου την περιρρέουσα αίσθηση μοναξιάς. Λειτουργείς βιωματικά μέσα σε αυτή τη διαδικασία; Ποιά συναισθήματα χαρτογραφείς;
Θυμάμαι τώρα ένα άρθρο που είχε δημοσιεύσει στον «Χρόνο» ο Ηρακλής Παπαϊωάννου με τίτλο «Πού έχουν πάει όλοι οι άνθρωποι;» και στο οποίο διαπίστωνε και αναρωτιόταν για ποιον λόγο έχει εξαφανιστεί η ανθρώπινη φιγούρα από τη σημερινή φωτογραφία, και όταν εικονίζονται άνθρωποι στη σύγχρονη τέχνη, τότε παρουσιάζονται σχηματικά ή στημένοι σαν να είναι κι αυτοί αντικείμενα ενός ντεκόρ. Το συμπέρασμα του Παπαϊωάννου (το άρθρο του εδώ http://bit.ly/1yQQgLs) είναι ότι: «η τέχνη της φωτογραφίας εστιάζει κυρίως στην απαθή ανθρώπινη μορφή και την ανησυχητική απουσία της».
Στη δική μου πρακτική δεν «στήνω» ποτέ εικόνες. Η αφετηρία μου είναι «περιπλανητική», όπως διαπίστωσες. Η αφετηρία μου είναι η flanerie. Κι όμως, μολονότι η φωτογραφία μου δεν μοιάζει καθόλου με street photography, στην ουσία η μέθοδός μου είναι της φωτογραφίας δρόμου. Κινούμαι στο δημόσιο χώρο, αλλά και στους εσωτερικούς χώρους ως πλάνητας, άρπαγας εικόνων. Το αποτέλεσμα είναι κατεξοχήν βιωματικό. Η εικόνα που παράγει η φωτογραφική μηχανή μου προέρχεται από την εσωτερικευμένη τοποθέτηση που έχω απέναντι στα πράγματα και από την τυχαιότητα του κόσμου. Ουσιαστικά, η φωτογραφία είναι το πεδίο διεπαφής αυτών των δύο στοιχείων: της δικής μου νόησης και του τυχαίου συμβάντος. Όπως αναφέρει η φιλόσοφος Σάρα Κοφμάν: «Δεν υφίσταται ομοιότητα ανάμεσα στο αντικείμενο και την εικόνα του. Είναι ο νους εκείνος που βλέπει, όχι το μάτι, και ο νους είναι συνείδηση με οπτική γωνία». Αυτή για μένα είναι η ουσία της φωτογραφίας: μια συνείδηση με οπτική γωνία.
Φυσικά υπάρχει εδώ μια αφετηριακή θέση. Πρωτίστως με ενδιαφέρει το σημειολογικό πεδίο της πραγματικότητας, το παλίμψηστο των σημείων που δομούν και ανατρέπουν τη φαινομενολογική τάξη, με ελκύει η ρευστότητα των ταυτοτήτων. Αυτό σημαίνει ότι η αντίληψή μου οδηγείται προς τη «διαφορά» και την αναπαράσταση, αποφεύγοντας την αναζήτηση της όποιας «αυθεντικότητας».
Να γιατί θεωρώ πιο ενδιαφέρον να μη φωτογραφίζω τον ίδιο τον άνθρωπο, αλλά το χώρο στον οποίο αυτός ζει, τα σύμβολα που έχει επιλέξει να τον εκπροσωπούν, τα αντικείμενα που κατέχει. Ελπίζω ότι έτσι μπορώ να διακρίνω όλες εκείνες τις όψεις της ταυτότητας που ο άνθρωπος επιθυμεί να αποκρύψει ή δεν τις ελέγχει ή δεν τις γνωρίζει, ή ακόμη εκείνες που οι άλλοι του αποδίδουν ερήμην του. Στην ουσία νομίζω ότι έτσι μπορώ να σταθώ με μεγαλύτερη εντιμότητα απέναντι στο πρόσωπο. Και την ίδια στιγμή να δηλώσω με εντιμότητα τη δική μου υποκειμενικότητα.

1a  My mother's silence 3Κατά τον Βίκτορα Σκλόφσκι ο ρόλος της τέχνης είναι, μέσα από τη διαδικασία που ο ίδιος περιγράφει ως «ανοικείωση», να επαναφέρει την πρώτη σωματική και βιωματική επαφή που είχαμε με τα αντικείμενα, πριν αυτά καταγραφούν στη συνείδησή μας ως γνωστά, να μας παρουσιάσει δηλαδή κατά κάποιον τρόπο τα γνωστά αντικείμενα ως πρωτόγνωρα. Πιστεύεις πως συμβαίνει αυτό στο Μy mother’s silence κι αν ναι με ποιόν τρόπο;
Η ανοικείωση είναι μια διαρκής και συνεχής επιδίωξη που αφορά όχι μόνο τη φωτογραφία ή τη λογοτεχνία μου, αλλά καθολικά τον τρόπο με τον οποίο ζω. Άλλωστε, η τέχνη είναι για μένα ένας τρόπος να σχετιστώ με τη ζωή, δεν διαθέτω άλλη μέθοδο. Θα αρκεστώ να πω ότι αντιλήφθηκα εκ των υστέρων το My mother’s silence ως ένα είδος νεκρολογίας, αλλά δεν θα ήθελα να διευκρινίσω ποιου πράγματος. Δεν το έχω αποφασίσει ο ίδιος, άλλωστε. Αυτό είναι και το χαρακτηριστικό της τέχνης, ότι αφήνει πάντοτε ένα είδος ευνοϊκού «νοηματικού υπολοίπου» που επιτρέπει στους άλλους να οικειοποιηθούν το ανοίκειο – αυτή είναι άλλωστε και η τελική επιδίωξη του Σκλόφσκι: η επανοικειοποίηση του οικείου.
Υπάρχει και ένας ακόμη λόγος που με κάνει να είμαι επιφυλακτικός απέναντι στην ερμηνεία του έργου μου: το καλλιτεχνικό αντικείμενο προέρχεται μεν από την προσωπική σφαίρα, αλλά απευθύνεται στον αποδέκτη και μάλιστα περιέχει ήδη ενσωματωμένες διατυπώσεις του συλλογικού. Καθαρά προσωπικό έργο δεν μπορεί να υπάρξει – το γνωρίζουμε χάρη στη φιλοσοφία, ήδη από το επιχείρημα κατά της ύπαρξης της ιδιωτικής γλώσσας. Μπορώ, λοιπόν, να εξηγήσω τις εμπρόθετες κατευθύνσεις που οδηγούν την πρακτική μου –και το κάνω όσο πιο διακριβωτικά μπορώ–, αλλά όχι να ερμηνεύσω το έργο εκ της θέσεώς μου (ως δημιουργός του)· προτιμώ να το αποφεύγω.
Θα ήταν, μάλιστα, μάταιο να μιλήσω ερμηνευτικά σε κάποιον τρίτο. Αφότου το έργο αυτονομηθεί, δηλαδή φύγει από τη σφαίρα κυριότητας του καλλιτέχνη, μπορούμε να μιλήσουμε γι’ αυτό μόνο στο επίπεδο της συνάντησης του αποδέκτη και του έργου. Εκεί πλέον δεν υφίσταται μια διυποκειμενικότητα (αποδέκτης – καλλιτέχνης), αλλά μια εκ νέου διαδικασία ανοικείωσης (αποδέκτης – έργο).
Εντέλει, το νόημα κάθε έργου –ό,τι κι αν σημαίνει αυτό– παραμένει δυνητικό ωσότου ένας θεατής ομολογήσει: «βλέπω κάτι δικό μου εδώ μέσα» και ο καλλιτέχνης διαπιστώσει: «όντως εδώ μέσα υπάρχει κάτι περισσότερο από αυτό που είναι μόνο το δικό μου».

 Η φωτογραφική εγκατάσταση DISJUNCTION (διάζευξη) με φωτογραφίες σου από την Αθήνα πρόκειται να εκτεθεί τον ερχόμενο Νοέμβριο στο Μουσείο Μεσογειακού Πολιτισμού MuCEM στη Μασσαλία. Μίλησέ μας για αυτή την δουλειά και για το πώς συνδέεται –εάν συνδέεται- με τις προηγούμενες
Το έργο Disjunction είναι ένα έργο εν εξελίξει που παραγγέλθηκε από το γαλλικό διαδικτυακό περιοδικό «Unidivers». Αυτός είναι και ο λόγος για τον ξένο τίτλο (στα ελληνικά θα επέλεγα τον τίτλο «Απορρύθμιση») αλλά και η απόφαση ότι θα αποτελεί ένα ψηφιακό φωτογραφικό έργο και δεν θα εκτίθεται σε φυσική μορφή. Στο Μουσείο Μεσογειακού Πολιτισμού στη Μασσαλία – MuCEM (http://www.mucem.org/fr/node/2928) θα παρουσιαστεί ως εγκατάσταση με δύο επιφάνειες προβολής και δύο επαναλαμβανόμενους κύκλους εικόνων. Η προσπάθεια εδώ (γι’ αυτό επιλέχθηκε ο συγκεκριμένος τρόπος παρουσίασης) είναι να ελέγχεται η σειρά και ο χρόνος προβολής κάθε εικόνας, ώστε στη συνέχειά του το έργο να κατασκευάζει μια αφήγηση για τον θεατή.
Το Disjunction έχει τη μορφή ενός ημερολογίου (http://bit.ly/1rmUM1d). Πρόκειται για μια σειρά φωτογραφιών και ενός κειμένου που συνοδεύει κάθε φορά την εικόνα. Είναι το «Βιβλίο συμβάντων» μιας πόλης σε απορρύθμιση, που –φυσικά– είναι η Αθήνα. Σε αυτό το έργο επιχειρώ να διαγνώσω και να κατανοήσω τους τρόπους με τους οποίους η πόλη που με φιλοξενεί υποκύπτει στην εντροπία της ζωής που παράγει η ίδια. Γιατί αυτό είναι χαρακτηριστικό της αστικής εμπειρίας σε κάθε σύγχρονη πόλη: ο ιδιάζων τρόπος ζωής που παράγεται από κάθε πόλη ενέχει τις πηγές της δυστοπίας που τον αντιστρατεύεται και συχνά τον καταστρέφει. Είναι μια συνθήκη που κάνει όλες τις πόλεις να μοιάζουν ίδιες στον τρόπο με τον οποίο «αστοχούν». Ας δώσω ένα πρόχειρο παράδειγμα: Η Νέα Υόρκη και η Αθήνα είναι δυο πόλεις διαφορετικές, με άλλο χαρακτήρα, άλλη δομή, ιστορία και τρόπο ζωής. Στα σημεία, λοιπόν, που «ευστοχούν», στα σημεία στα οποία η αθηναϊκή και η νεοϋορκέζικη ζωή είναι καλά ρυθμισμένες η διαφορά τους είναι διακριτή, είναι καθεμιά μια ιδιάζουσα αστική εμπειρία. Στα σημεία, όμως, στα οποία «αστοχούν» οι δύο πόλεις μοιάζουν να συγγενεύουν. Ποια είναι αυτά τα σημεία; Πώς προκύπτουν; Πώς τα αντιλαμβανόμαστε; Αυτά τα ερωτήματα με ενδιαφέρουν στο Disjunction.
Η Αθήνα είναι μια πόλη που ανέκαθεν χαρακτηριζόταν από βαθιές ρωγμές. Μια πόλη παλίμψηστο. Κάθε στρώμα της σημερινής ζωής μας εδώ απλώνεται πάνω από το προηγούμενο. Τίποτα δεν μπορεί να αφαιρεθεί εντελώς και τίποτα δεν μπορεί να «καθαριστεί». Οι πινακίδες, οι διαφημίσεις, τα κτίρια, τα αντικείμενα, τα σημάδια, οι άνθρωποι… τα πάντα συσσωρεύονται σε μια διαχρονική και διαρκή συσσώρευση. Δεν αντικαθιστούμε, δεν εκσυγχρονίζουμε, δεν ανανεώνουμε. Εμείς απλώς προσθέτουμε. Το αποτέλεσμα είναι ένα ιδιάζον είδος «εντροπίας». Όλα φαίνονται δυνατά σε αυτή την πόλη. Η Αθήνα μοιάζει με ένα απορρυθμισμένο σύστημα. Λοξή. Οι λεπτομέρειες της ζωής εδώ συχνά φαίνονται παράλογες και αντιφατικές.
Η Αθήνα, ωστόσο, δεν είναι μια κατεξοχήν δυστοπική πόλη. Οι Αθηναίοι κατάφεραν να ζήσουν όλοι μαζί με το δικό τους τρόπο. Και έτσι, η γοητεία της Αθήνας είναι ταυτόσημη με την ασθένειά της: Η Αθήνα υπονομεύει συνεχώς το κείμενο που την περιγράφει. Ξεπερνά τις γενικεύσεις μας. Η καθημερινή ζωή έχει εδώ ένα είδος παράλογης διαστροφής που παραμένει μόνο μερικά εκατοστά κάτω από την επιφάνεια της αντίληψης. Με τον τρόπο αυτό, οι Αθηναίοι μοιράζονται, αλλά δεν ακολουθούν πιστά ό,τι ξέρουν για τον εαυτό τους. Το Disjunction επιχειρεί να καταγράψει ή, μάλλον, να συλλάβει μια πόλη διαταραγμένη και ταυτόχρονα αυτορυθμιζόμενη. Μια πόλη σε μια παράξενη κατάσταση ομοιόστασης.

 Άλλα μελλοντικά σου σχέδια;
Καταρχάς συνεχίζω ένα πρόγραμμα που το ονομάζω LΟΟΚ TWENTY και αποτελεί ένα μακροπρόθεσμο έργο. Το θέμα του είναι η διερεύνηση του εσωτερικού και του εξωτερικού χώρου (ψυχολογικού και κυριολεκτικού) και η φόρμα του είναι μια σειρά από slideshows που αποτελούνται αυστηρά από 20 φωτογραφίες με ισόχρονη διαδοχή και με μουσική υπόκρουση (μερικές φορές τη γράφω εγώ, άλλες φορές συνεργάζομαι με τον Γάλλο μουσικό Thierry Jollif). Οι σύντομες αυτές «ταινίες» αναρτώνται στο διαδίκτυο, στο ηλεκτρονικό περιοδικό «A place for the arts».
Ως τώρα έχουν αναρτηθεί το Hotel rooms (http://bit.ly/1wiUZ4c), στο οποίο φωτογραφίζω το εσωτερικό των ξενοδοχείων τα βράδια που περνώ στο εξωτερικό ως προσκεκλημένος συγγραφέας, η εκδοχή του My mother’s silence (http://bit.ly/1t1EABX), στο οποίο φωτογράφισα το εσωτερικό του πατρικού μου σπιτιού και διαφέρει εν μέρει από την ομώνυμη έκθεση, και το The world left behind (http://bit.ly/1t45HxF), στο οποίο φωτογράφισα εγκαταλειμμένα ίχνη κατοίκησης  στην έρημη πόλη των Αθηνών. Ακολουθούν άλλα τρία τα οποία θα αναρτηθούν μέσα στο 2015.
Παράλληλα συνεχίζω ένα επίσης μακροχρόνιο πρότζεκτ με τίτλο Stix n’ prix, στο οποίο διερευνώ την αυτονόμηση των αντικειμένων που συναντούμε στο δημόσιο χώρο. Μέρος αυτού του έργου φιλοξενήθηκε στο 8ο τεύχος του ιστοχώρου «Χρόνος» στο οποίο ήμουν featured artist (μπορείτε να δείτε μέρος της δουλειάς αυτής εδώ: http://bit.ly/1vTb4Ra).
Τέλος, συνεχίζω τη σειρά Disjunction για το γαλλικό περιοδικό «Unidivers», μέρος της οποίας θα φιλοξενηθεί στο MuCEM στη Μασσαλία, με την επιδίωξη να γίνει ένα βιβλίο στη Γαλλία μέσα στο 2016. Για όλη τη φωτογραφική δουλειά: www.photoskiasis.wordpress.com
Στο χώρο της λογοτεχνίας μόλις εκδόθηκαν από τις εκδόσεις «Νεφέλη» το φωτογραφικό λεύκωμα My mother’s silence και το μυθιστόρημα Το σώμα του Τιρθανκάρα, ενώ μέσα στο 2015 θα εκδοθεί από τις εκδόσεις «Οκτώ» ο τόμος λογοτεχνικής θεωρίας Ο δανεισμένος λόγος – Δοκίμιο για την επιτελεστικότητα της λογοτεχνίας.

 

 

 

Last modified: 01/04/2015