Ο Ρόθκο κάτι ψιθυρίζει στον Παπαλουκά

Την ώρα που ο αττικός ουρανός πήρε το χρώμα της καταιγίδας, ο Μάνος Στεφανίδης ανέβασε στο προφίλ του αυτό το κείμενο. Υποκύπτω στον πειρασμό να το μοιραστώ με τους φίλους του art22.gr. Άλλωστε εδώ αγαπάμε την τέχνη αληθινά…

 Νομίζω πως πρωτοαγάπησα τη ζωγραφική όταν πολύ μικρός παρατηρούσα εκστατικός τα σχέδια που έφτιαχνε ο άνεμος στον ουρανό μαζεύοντας ή σκορπίζοντας τα σύννεφα. Αλλά και ό τι ξέρω για την ζωγραφική, ο ουρανός με τις ατέρμονες εικόνες του μού το δίδαξε. Πάντα για μένα ο ουρανός είναι η οθόνη, το τεντωμένο πανί, ο πιο αρχέγονος καμβάς. Εκεί γράφονται και σβήνονται όλα. Συνεχώς. Όσο ατενίζουμε, όσο κοιτάμε αποσβολωμένοι υπάρχουμε. Κι όταν κάποτε δεν θα βλέπουμε πια, τότε θα τελειώσει κι η ζωγραφική της ζωής μας.
Χτες το απόγευμα στο τεντωμένο πανί του ουρανού ανάμεσα στην Τήνο και τη Σύρο ως την άκρη του ορίζοντα η ζωγραφική που σάς περιγράφω έλαμψε μαγικά κι απόλυτα σαν θεοφάνεια… Δεν ήταν οι μελανίες, οι θύσανοι, τα σύννεφα τα φορτωμένα με βροχή, δεν ήταν οι επιβλητικοί κεραυνοί ούτε ο άνεμος που μαστίγωνε με ριπές τη θάλασσα. Ήταν άγγελοι και πνεύματα ενός λαμπρού και τρομερού θεού που κατρακύλησαν από τα ιλιγγιώδη ύψη για να γεμίσουν με έκπαγλες ζωγραφιές την μελαγχολία μου. Σαν δώρο του απείρου προς το πεπερασμένο.
Ήταν ο Στάμος, ο ίδιος που κάλεσε τον Ρόθκο για να του συστήσει τον Παπαλουκά λίγο πιο έξω απ’την Αντίπαρο, δίπλα σε μιαν αόρατη από τον κατακλυσμό Πάρο, τόσο κοντά στο ακρωτήρι του Αγίου Ρωμανού.
Κι ήταν η στιγμή που ο άνεμος και τα φουσκωμένα σύννεφα σάρωναν όλες τις ασχημίες των ανθρώπων, τα μίζερα έργα τους, τη γελοιότητα των νεοπλουτίστικων οικημάτων, την κουφή τους ματαιοδοξία που δεν κατανοεί διόλου την τρομερή ωραιότητα του χώρου. Την προκατακλυσμιαία, τρομερή ομορφιά των Κυκλάδων. Που υποτιμά την ανησυχητική σιωπή των ηφαιστείων.
Ο Ρόθκο λοιπόν αφού επεξεργάστηκε αρκετά τα στοχαστικά μπλε του Παπαλουκά, έπειτα με το γνωστό, δραματικό του ύφος έσταξε λίγο μωβ στην εικόνα κι αυτή, ω του θαύματος, μεταμορφώθηκε! Τα γκρίζα αμέσως ζεστάθηκαν και η ώχρα του βάθους λειτούργησε γλυκαντικά στη σύνθεση. Τότε κι ο Στάμος χάιδεψε ικανοποιημένος τα μουστάκια του και πέταξε χωρίς βιασύνη κατά τη δύση προς τα βουνά της Ηπείρου για να αγναντέψει τη Λευκάδα κατακόκκινη ενώ ο Παπαλουκάς πήγε βόρεια στα παλιά του λημέρια, στον Άθωνα... Ήταν τότε που κι ο Ρόθκο, απορημένος από την αιφνίδια φωταύγεια, απόμεινε μετέωρος ανάμεσα Σύρο και Τζιά να περιμένει κι άλλο ένα ακόμη θαύμα… Μια νερατζιά, ας πούμε, στη μέση του πελάγους.

                                                                                                                                                            Φωτογραφίες: Μάνος Στεφανίδης

 

Last modified: 01/07/2018