Μιχάλης Μανουσάκης: Η ζωή είναι μια κιβωτός που αμφιταλαντεύεται στην κορυφή του βουνού

Γιάννης Τζιμούρτας
Δημοσιογράφος

2 ΜΙΧΑΛΗΣ ΜΑΝΟΥΣΑΚΗΣ ΦΩΤΟΤις νύχτες ο πατέρας, μας έλεγε ιστορίες για την πόλη μας, τα Χανιά. Όχι παραμύθια, ιστορίες αληθινές που έζησε και τις θυμόταν καθάριες, και τις ιστορούσε στωικά και γαλήνια, και ‘μεις με κλειστά μάτια βυθιζόμασταν στους ίσκιους των ηρώων του, στους ορίζοντες των ελπίδων του και στις μυρωδιές των περασμάτων του ανάμεσα σε πορτοκαλιές, δάφνες, φασκόμηλα, μαλοτήρες και θυμάρια…».
Μ’ αυτά τα λόγια ο ζωγράφος Μιχάλης Μανουσάκης μας καλωσορίζει στην έκθεση του. Κι εμείς χανόμαστε στις μνήμες του, στα όνειρά του, στους στοχασμούς του, στα ταξίδια του, στις αγάπες του και τις πρώτες του ανάσες. Περιδιαβαίνουμε μαζί σε ένα κόσμο που έδινε ζωή στα όνειρά του και μ’ ένα ορμητικό τρόπο αποζητά να μας τον γνωρίσει. Μιλώντας με το Μιχάλη Μανουσάκη χαίρεσαι την αγάπη, την τρυφερότητα με την οποία «επιστρέφει» στην οικογένεια. Αντλεί από τα χρόνια εκείνα…Και είναι τόσο όμορφο…

Αυτή η ζωντανή μνήμη είναι οδηγός στη γνωριμία με το έργο του καλλιτέχνη, που παρουσιάζει στην αίθουσα τέχνης Έκφραση.
Με την πρώτη ματιά, έχοντας διαβάσει και το κείμενο του Μιχάλη Μανουσάκη, πιστεύεις ότι τα έργα του γίνονται ευανάγνωστα. Όταν βρεθείς πρόσωπο με πρόσωπο με το έργο, τότε «χάνεσαι». Εκεί καταλαβαίνεις τη «βουτιά» που κάνει ο καλλιτέχνης στα κατάβαθα της σκέψης και της ψυχής του καθώς βρίσκεται αντιμέτωπος με το λευκό καμβά και το ακατέργαστο ξύλο!

«Ο ζωγράφος όταν κάνει μια εικόνα δεν έχει σαφές αποτέλεσμα στο μυαλό του. Σαφώς έχει κάποια πλάνα. Ξεκινάει μια περιπέτεια και στην πορεία θα φανεί τι είναι αυτό που τον ενδιαφέρει και στην ουσία αυτό που θα βγει σαν αποτέλεσμα, είναι ο καθρέφτης του. Εκεί καταλαβαίνει ποιος είναι, πού πάει. Δεν είναι κάτι δεδομένο».

φαροσ σπιτακιΒρισκόμαστε μπροστά στο μεγάλο του πίνακα με το σπιτάκι στην κορυφή του νησιού. Φάρος; Κιβωτός; Καταφύγιο; Το φως που βγαίνει από μέσα μαρτυρά ζωή και ελπίδα… Μου δίνει την αίσθηση ότι ο βράχος είναι από ένα γερό και θεμελιωμένο υλικό…
«Είναι το νησί τα Θοδωρού που έχουμε στα Χανιά. Σήμερα  κατοικούν σ’ αυτό τα κρι κρι, για μένα λειτουργεί σαν οίκος. Νιώθω ότι είναι ένας οίκος πρωτογενής. Για να επανεξετάσεις τα πράγματα σου πρέπει να πας στη ρίζα, στην αρχή, να τα ξαναδείς νιώθω ότι θέλω να ξαναζήσω από την αρχή σ’ αυτό το χώρο, να μείνω σ’ αυτό το χώρο, να δω από την αρχή τα πράγματα, και να τα οργανώσω από την αρχή».

…Πόσο αυτό το φωτεινό σημείο απέχει από το αρχικό σχέδιο;
«Το προσχέδιο απέχει παρασάγγας. Γιατί; Έχει διαφορετικό μέγεθος, διαφορετική ένταση και έχει ένα άλλο μυστήριο απ’ ότι το σχεδιάκι. Ναι μεν έχω ένα πλάνο όμως δεν ξέρω στην πορεία τι θα προκύψει. Σίγουρα αυτό που με ενδιαφέρει είναι μία εικόνα που έχει σαν πρώτο στοιχείο την ανάγνωση των πραγμάτων, τον τρόπο που ορίζεται. Η πορεία λύνει τα χέρια του καλλιτέχνη, του λύνει το αίνιγμα που Θοδωρουέχει η ίδια η εικόνα. Γι αυτό λέω ένα έργο το οποίο το δουλεύεις στο σπίτι σου, τελειώνει όταν τελειώνει στη σκέψη σου. Ένα έργο δεν τελειώνει ποτέ βέβαια γιατί εξελίσσεται στα μάτια του θεατή. Αλλά όταν το έχω φτιάξει, δεν ξέρω τι έχω φτιάξει. Θέλω χρόνο για να το έχω στο σπίτι, να κατανοήσω τι είναι αυτό που έχει γίνει. Σκέπτομαι το θεατή ο οποίος σε πέντε λεπτά που θα το δει στη γκαλερί∙ γιατί πρέπει να το έχει καταλάβει; Σίγουρα αυτό που θα κρατήσει ο θεατής είναι ο μαγνητισμός της εικόνας. Δεν θα το εξηγήσει, δεν θα το τελειώσει στο μυαλό του. Θα το επεξεργαστεί ανάλογα με το τι χρόνο χρειάζεται για να το αφομοιώσει».

 –  Λειτουργεί σαν φάρος. Σαν ένα σπίτι που έχει ζωή; Αυτό δεν βγαίνει από το φως που αντανακλά από μέσα;
 «Η ιστορία ξεκινά από την οικογένειά μου. Το βλέμμα του πατέρα ήταν σαν φάρος. Γιατί αυτή η εικόνα μας παραπέμπει στην κιβωτό του Νώε. Κατασταλάζει πάνω σε ένα βράχο. Δεν είναι βάρκα είναι σπίτι. Αλλά όπως εξελίσσεται η ζωή λειτουργεί σαν μετέωρο στην προσπάθεια του να υπάρξει».

–  Η κιβωτός έχει την έννοια της σωτηρίας.
«Βέβαια. Αλλά η σωτηρία είδαμε μετά τι έφερε. Η ίδια μας η ζωή είναι στην ουσία η κιβωτός  που αμφιταλαντεύεται κάθε μέρα. Και στην κορυφή του βουνού υπάρχει αυτό το σπιτάκι που ναι μεν είναι φάρος, ναι μεν είναι ζωή, εκπέμπει ένα φως από μέσα, δεν είναι χρώμα είναι η ίδια η υφή που εκπέμπει το φως. Υπαινίσσεται το χώρο, από τη μια είναι κατοικία, από την άλλη είναι φάρος∙ ναι αλλά είναι και κιβωτός χώρος σωτηρίας».

zeyvagari– Σε βιβλική ατμόσφαιρα, ένα ζευγάρι μοιάζει να αναζητά καταφύγιο;
Είναι αυτό το νησί η ελπίδα και σωτηρία τους;
«Είναι σαν όραμα στην ουσία το ζευγάρι αυτό επιθυμεί να πάει να κατοικήσει στο νησί που είναι και σαν στέγη. Αλλά όλα αυτά συμβαίνουν σε ένα δωμάτιο, δεν είναι ένα τοπίο ανοιχτό, είναι ένα τοπίο κλειστό. Υπάρχει τοίχος, υπάρχει και ουρανός».

– Μοιάζουν πρωτόπλαστοι…
«Δεν απέχεις. Τι είπα εγώ; Να πάω στο νησί να εξετάσω από την αρχή το νησί αυτό που παραπέμπει σε οίκο».

– Άρα δεν είναι πρωτόπλαστοι, είναι αναγεννημένοι.
«Θα αναγεννηθούν εκεί. Όλα αυτά είναι σκέψεις ενός ανθρώπου μέσα στο σπίτι του.
Απλά το ταβάνι είναι ανοιχτό, έχει ουρανό.
Δε νομίζω ότι μία εικόνα που κάνει ο καλλιτέχνης απέχει παρασάγγας από τις σκέψεις του ή έχει αντίθετο συναίσθημα.
Σίγουρα δεν είναι ένα ανοιχτό βιβλίο που διαβάζεται. Έχει μυστικούς διαδρόμους, που κάτι θα πάρεις εσύ από αυτό κάτι θα πάρει ο άλλος».

– Το «Πέρασμα» είναι γρίφος; Και τι κρύβεται πίσω από την πόρτα;
«Όλα είναι ένα πέρασμα. Όπως και η ίδια σου η ζωή. Δεν υπάρχει πόρτα στο έργο. Το μαύρο είναι απύθμενο μαύρο που ενδεχομένως να διστάζεις να μπεις. Το άλλο είναι ξύλο, είναι τοίχος. Δεν μπαίνεις. Τι κάνεις; Επάνω υπάρχουν τα βουνά που είναι το πέρασμα, το άνοιγμα. Το βουνό στο βάθος perasmaπαραπέμπει σε σκάλα. Τι είναι σκάλα; Πέρασμα. Η λέξη είναι γραμμένη ανάποδα. Για να το διαβάσεις, κανονικά πρέπει να περάσεις μέσα να το διαβάσεις κανονικά. Δεν είναι γρίφος».

Στο Μιχάλη Μανουσάκη η οικογένεια του δίνει τη δύναμη να νιώθει ότι ναι, μπορεί να περάσει απέναντι και το εικονοποιεί με αυτόν τον τρόπο. Ό,τι πιο ουτοπικό, με τον αέρα δεν χτίζεις σπίτι, με τον αέρα φτιάχνεις τη σκόνη και νιώθεις γερός. Αυτή είναι η ουτοπία. Χρησιμοποιεί ένα ελάχιστο και αυτό είναι που τον βοηθάει να χτίζει τα πράγματα. Το τίποτα, ο αέρας.

Στην επόμενη εικόνα η γυναίκα ενώνει το πέρασμα. Σαν μια γέφυρα. Γίνεται η ίδια πέρασμα. Πέρασμα για ποιους; Για ποιον; Μοιάζει χαλαρή, αποφασισμένη να γεφυρώσει. Δεν ονειρεύεται, δεν νοσταλγεί. Με το κεφάλι ακουμπά στον τόπο της ελπίδας. Εκεί στην κορυφή του τόπου είναι ο οίκος.

«Σε κοιτάζει με πολλή αγάπη και μια χαλαρότητα. Είναι δύσκολη η θέση της, το σώμα της είναι γεμάτο πληγές από τη μια είναι φως η πληγή, από την άλλη το ξύλο, καθώς το σκαλίζω το πληγώνω, αλλά είναι φως. Είναι η έννοια της γέφυρας. Η οικογένεια μου έμαθε, μου δίδαξε με τη συμπεριφορά της τη δυναμική που μπορεί να έχει ο άνθρωπος. Αν και η μητέρα φεύγει νωρίς, ο πατέρας λίγο αργότερα, παρόλα αυτά η οικογένεια, γιατί παραμένουν τα αδέρφια, όλοι μαζί νιώθω ότι μου δώσανε απίστευτη δύναμη που ναι μπορώ να δημιουργώ γέφυρες έστω και ουτοπικές».

mana gefyra–  Και έρχεται ένας άλλος δυνατός συμβολισμός. Η γέφυρα από τη σκιά του κυπαρισσιού.
«Το κυπαρίσσι αυτό ρίχνει τη σκιά του για γέφυρα. Είναι η ουτοπία. Δίπλα είναι ο άγγελος. Ένα υπερβατικό στοιχείο ο άγγελος που δημιουργεί τη σωτηρία των πραγμάτων. Τη σωτηρία των παιδιών από τη μια, τη σωτηρία των υπολοίπων από την άλλη να περάσουν απέναντι.
Άρα η γέφυρα είναι ένα δυναμικό στοιχείο, το οποίο οφείλω στην οικογένειά μου. Η οικογένεια ήταν το δυναμικό στοιχείο που με βοηθάει στη ζωή μου να έχω μία καθαρότητα, με μια πίστη στον εαυτό μου ότι ναι θα περάσω απέναντι.
κυπαρίσιαγγελος

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Γι αυτό και βάζω την οικογένεια μου μέσα από το αναγνωστικό του Γραμματόπουλου της Α’ δημοτικού (φωτό κάτω), το οποίο πειράζω, διότι στο αναγνωστικό φεύγουν τα ονόματα των πρωταγωνιστών του Γραμματόπουλου και μπαίνουν τα αδέρφια μου. Γίνεται ένα οικείο αντικείμενο. Νομίζω ότι γίνεται ένα οικείο αντικείμενο όλων, διότι όλοι όταν ήταν παιδιά έκαναν προβολές της δικής τους οικογένειας πάνω σε αυτό το βιβλίο».

– Το ξύλο είναι ένα ζωντανό υλικό. Με άπειρους και σαφείς συμβολισμούς…
«Τι πιο δυναμικό φως! Αυτό βγήκε μέσα από τη χαρακτική. Δεν είμαι χαράκτης. Κάποια στιγμή είδα ένα χαράκτη που είχε εκθέσει μαζί με το χαρακτικό και τη μήτρα τη χαρακτική. Αυτό που μ’ εντυπωσίασε ήταν η μήτρα η ίδια. Γιατί έβγαινε ένα φως απίστευτο. Το οποίο φως δεν το είχε το χαρακτικό. Το είχε όμως η ίδια η ύλη. Άρα η ίδια η ύλη περιέχει το φως ανάλογα πως θα την επεξεργαστείς. Νιώθω ότι η πρωτογενής ύλη, το ξύλο, δηλώνει πολύ πιο ουσιαστικά το φως. Το φως του ανθρώπου, το φως της ύλης».

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ

vivlio

vivlio 2–  Όπως ο κορμός που εκθέσατε στο Βυζαντινό μουσείο στην έκθεση Διά…
«Ο άνθρωπος ρίχνει ένα κορμό δένδρου, τον οποίο έχει κόψει όμως. Ενώ θέλει γέφυρα την κόβει παράλληλα. Είναι αυτό το απίστευτο που μπορεί να έχει ένας άνθρωπος. Ενώ προσπαθεί να κάνει κάτι το καταστρέφει κιόλας» .

– Επιστρέφουμε στο φως του ξύλου. Στο ζωντανό φως…
«Δεν έχω βάλει κανένα χρώμα για να κάνω φως. Είναι το ίδιο το υλικό που ανάλογα πώς το χειρίστηκα εκπέμπει φως. Ένα πρωτογενές φως. Μου αρέσει να βρίσκω τους τρόπους που θα ερμηνεύσω το περιεχόμενό μου. Το αντίστοιχο που έκανα στην έκθεση του ΕΜΣΤ που δεν χρησιμοποίησα καν ζωγραφική, αλλά που μίλησα με τα ντοκουμέντα, για να εκφράσω την πραγματικότητα που υπήρχε στην Ελλάδα από το 1897 μέχρι το 1960. Αν τα ζωγράφιζα θα είχε χάσει. Αν τα ζωγράφιζα δεν θα είχε αυτό το φως.
Το σημαντικό στον καλλιτέχνη είναι να βρίσκει τους τρόπους που να μπορεί να εκφράσει αυτό το συγκεκριμένο που αισθάνεται. Για να μη γίνει μανιέρα. Με την ίδια την ύλη του ξύλου προσπαθώ και κάνω την έννοια δένδρο, την έννοια γη, τη σάρκα μέσα από πρωτογενές υλικό. Όπως οι αρχαίοι Έλληνες έκαναν τα ερυθρόμορφα αγγεία. Τι χρησιμοποιούσαν; Την πρωτογενή ύλη. Τον πηλό. Απλά μαύριζαν το γύρω – γύρω κι έτσι έμεινε φωτεινό το κομμάτι του σώματος που ήθελαν να τονίσουν. Αν ήθελαν να το τονίσουν λίγο περισσότερο το έβαζαν και άσπρο. Η χρήση  της πρωτογενούς ύλης, που είναι από τη μια το χώμα και από την άλλη το ξύλο».

–  Το έργο του Μιχάλη Μανουσάκη είναι ανοιχτό σε πολλές αναγνώσει και αυτό έχει να κάνει με τον τρόπο που το ορίζει. Δεν είναι ένα πορτρέτο που πόζαρες και στο έφτιαξε. Είναι ένα πράγμα που δεν το έχεις δει καν. Και ο τρόπος που το παρουσιάζει κάτι σου θυμίζει, σίγουρα διότι παραπέμπει σε σπιτάκι, παραπέμπει σε θάλασσα, παραπέμπει σε νησί, σε σώμα, αλλά αυτομάτως ο τρόπος που έχει οργανωθεί κάνει να αποκτά μια άλλη διάσταση.

Ο Μιχάλης Μανουσάκης είναι ένας αφοσιωμένος και εργατικός δάσκαλος. Το είδαμε από τη ζεστασιά στην επαφή του με τους φοιτητές της Σχολής Καλών Τεχνών στα εγκαίνια της έκθεσης. Αυτή η σχέση με τους αυριανούς καλλιτέχνες πρέπει να είναι μαγική για έναν δάσκαλο.
«Θα σου απαντήσω με έναν άλλο τρόπο. Είμαι 28 χρόνια στη σχολή. Νιώθω ευλογημένος άνθρωπος διότι νομίζω ότι έχω διδαχθεί πάρα πολλά πράγματα από τα παιδιά. Σκέψου να είσαι 28 χρόνια συνέχεια με νέα παιδιά! Κάθε νιότη κουβαλάει μια άλλη διάσταση, μια άλλη επιθυμία. Αυτόματα αυτό το πράγμα γίνεται τροφή δυναμική που ανταλλάσσεις, αν δεν την ανταλλάξεις δεν βγαίνει τίποτα».
κορμοι–  Ο Θεός ενώνει το χέρι με τον Αδάμ στη δημιουργία του κόσμου του Μιχαήλ Άγγελου
«Νομίζω ότι οι καλλιτέχνες δεν λέμε τίποτε το διαφορετικό, απλά το λέμε με διαφορετικό τρόπο. Και ο Μιχαήλ Άγγελος αυτό κάνει περνώντας ενέργεια ο Θεός στον άνθρωπο με το δάχτυλο. Μοιάζει με το δάσκαλο και μαθητή ο ένας δίνει στον άλλο – (ο Αδάμ δεν ξέρουμε αν δίνει στο Θεό) αλλά είναι η επικοινωνία που γίνεται.
Δεν είναι ο μαθητής σήμερα παθητικό ον που εσύ του λες και αυτός παίρνει. Ο μαθητής μπορεί και να σου επιτεθεί, έχει άλλο τρόπο να αντιλαμβάνεται τα πράγματα κι εκεί αρχίζει η ζύμωση. Του λες, σου λέει. Σαν δάσκαλος έχεις περισσότερες γνώσεις κι έχεις και μια στωικότητα να το μεταφέρεις, είσαι και πατέρας. Έχω ένα τρόπο να περνάω τα πράγματα που με ενδιαφέρουν και να κατανοώ ότι το παιδί δεν το ενδιαφέρει αυτό που του λες και θα πρέπει να προσαρμόσεις αυτό το πράγμα που αποζητά βαθιά για τη δική του ανάγκη. Να του αντλείς τα πράγματα που αυτός χρειάζεται και όχι αυτά που εσύ θέλεις να του πεις».

-Δεν σοκάρονται καθώς μπαίνουν στη σχολή ανακαλύπτοντας ένα νέο κόσμο, πιο απαιτητικό και πολύπλοκο από τα σχέδια του φροντιστηρίου;
«Νομίζω ότι τα παιδιά καθώς έρχονται από μια ανύπαρκτη εικαστική παιδεία στα λύκεια και περνώντας από το φροντιστήριο και μόνο, τα πράγματα είναι δύσκολα όταν μπαίνουν στη σχολή. Διότι να έχεις το ταλεντάκι, να κάνεις ένα κεφάλι κι ένα χρωματάκι δεν φτάνει. Εμείς απαιτούμε πολλά περισσότερα πράγματα στη σχολή και καλά κάνουμε. Νομίζω ότι χρειάζεται πολύ δουλειά για να προσαρμοσθεί το παιδί, στις ουσιαστικές ανάγκες της τέχνης. Είναι πολύ ελλιπής η παιδεία τους στα σχολεία, και βέβαια manείναι μαγικό και μεγάλο πράγμα τα παιδιά τα οποία το «έχουν». Που δεν χρειάζονται ειδικά σχολεία, το κουβαλάνε από τη φύση τους (;) και είναι ό,τι πιο λυτρωτικό να έχεις μπροστά σου τέτοια παιδιά. Δουλεύεις ακόμη πιο δυναμικά. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι στα άλλα δεν δουλεύεις∙ ίσα-ίσα. Σου δίνει κουράγιο και το άλλο παιδί με το λιγότερο ταλέντο και λες να εδώ θα χτίσω∙ μπορείς να αγιάσεις».

– Είδα αρκετούς φοιτητές σου στην έκθεση
«Τα παιδιά πάντα θέλουν να σου δείξουν την αγάπη τους. Δεν σημαίνει όμως ότι επειδή ήρθαν σε έχουν αποδεχθεί. Θα το μάθω όταν συναντηθούμε στη σχολή. Έχω την εμπειρία του μαθητή και του δασκάλου. Με τον Δημοσθένη Κοκκινίδη δύσκολα μπορούσα να εκφρασθώ για τη δουλειά του, φοβόμουνα καθώς θεωρούσα ότι ο Κοκκινίδης είναι πολύ ψηλά και ο λόγος μου πιθανόν να ήταν φτωχός.
Τώρα τα πράγματα είναι διαφορετικά. Μου αρέσει να μιλάω για τη δουλειά του άλλου γιατί αυτό με βοηθάει στη δική μου δουλειά, ακούω τη σκέψη μου. Αυτό το λέω και στους φοιτητές. Σας ευχαριστώ που μου δίνετε τη δυνατότητα να σκεφτώ δυνατά διότι ακούω τη σκέψη μου…».

ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΖΙΜΟΥΡΤΑΣ

 

Last modified: 12/06/2016