Μαργαρίτα Τριβυζά: Οι υδάτινοι τόποι της απέραντης ελευθερίας

Γράφει ο Τάκης Μαυρωτάς

Η Μαργαρίτα Τριβυζά παρουσιάζει τη νέα φωτογραφική της δουλειά, της χρονικής περιόδου 2008-2016, αποκαλύπτοντας μας εικοσιεπτά ευφάνταστες φωτογραφίες μιας ιδιότυπης τοπιογραφίας. Το υγρό στοιχείο και το φως ορίζουν τη μορφή και το περιεχόμενο, τη σύλληψη και τη διατύπωση του οραματικού της κόσμου. Εστιάζει το φακό της στα ρέοντα νερά, σαν να επιδιώκει να μας κάνει να ακούσουμε τον ήχο τους ή στα λιμνάζοντα νερά και, κατ’ επέκταση, στη λάσπη, που ίσως μας παραπέμπει στις αδυναμίες της ζωής και στην αναμέτρηση ανάμεσα στον άνθρωπο και την ανθρωπιά του.
Οι φωτογραφίες της εκπέμπουν προσωπική συναισθηματική αντίληψη και αγωνία απέναντι στο χρόνο. Η γη και το νερό για τη φωτογράφο είναι ένας ελεύθερος ορίζοντας. Έτσι, άλλοτε κοιτάζει το χειμωνιάτικο ήλιο και άλλοτε τον καλοκαιρινό, αναζητώντας τις διαφορές του χρόνου και των αισθήσεων, συμπορευόμενη με τα λόγια του Γιώργου Σεφέρη «Αυτό το φως: η μεγάλη έκφραση».
Με το φακό της επιλεκτικά συλλαμβάνει τις εικόνες της φύσης, που σε κάνουν να αντιλαμβάνεσαι το όνειρο μέσα στη ζωή και τη ζωή μέσα στο όνειρο. Συνειδητά, βέβαια, γνωρίζει ότι το όνειρο και η αγάπη σε αφήνουν, όταν τα αφήνεις. Εκείνο που την απασχολεί είναι η αίσθηση της πνοής της φύσης και αποφεύγει κάθε γεωγραφικό της προσδιορισμό. Η φύση παρηγορεί, εμπνέει, ευεργετεί τον άνθρωπο και τον οδηγεί στα βάθη της σκέψης, πέρα από σύνορα και  φραγμούς. Έτσι, συγκεντρώνει την προσοχή της σ’ εκείνο το εστιακό σημείο, που ενδυναμώνει τη δυνατή της έκφραση, αποφεύγοντας ηθελημένα τις έντονες χρωματικές αντιπαραθέσεις, με αποτέλεσμα να κυριαρχούν τα γαιώδη χρώματα, με τη μοναδική εξαίρεση του λιόπανου στην Κέρκυρα, που, με τον λαμπερό του κυματισμό, μας παραπέμπει στις μυστηριακές αντανακλάσεις του ήλιου στο υγρό στοιχείο.
Η Τριβυζά αντιλαμβάνεται τη φύση και τα φαινόμενά της, από μια βαθύτατη ποιητική άποψη, σαν προέκταση του φυσικού της είναι. Η αδιάκοπη μεταμόρφωση της εικόνας, μέσα από την κίνηση του νερού και του φωτός, αντανακλά ένα διάχυτο πνεύμα ελευθερίας. Η εκφραστική λιτότητα, η ισορροπία της σύνθεσης και του πλαισίου, η εξάντληση ενός θέματος, χαρακτηρίζουν το έργο της. Δουλεύει αδιάκοπα με τις δυνατότητες που της παρέχει η φωτογραφική μηχανή, αποφεύγοντας συστηματικά κάθε επέμβαση στη δομή της εικόνας μέσω του υπολογιστή, και περιορίζεται στη διόρθωση της τονικότητας. Φωτογραφίζει πάντα με το φως της ημέρας, αρνούμενη κάθε χρήση τεχνητού φωτός. Το πεμπτουσιακό και διαυγές φως της ελληνικής υπαίθρου στάθηκε πηγή της ατέρμονης δημιουργικής της δράσης, αφού αντιλαμβάνεται με όλες τις αισθήσεις της την αγιοσύνη και την αγριότητα της φύσης, τη γεύση της γης και του νερού. Η ίδια, εξάλλου, έχει ασκηθεί επί τρεις σχεδόν δεκαετίες στα μυστικά της φωτογραφίας, αφού μυήθηκε σε αυτά από τον Πλάτωνα Ριβέλλη και από τους δασκάλους της στο London College of Printing and Graphic Arts και καταλήγει στο να υποστηρίζει ότι «Η φωτογραφία είναι αίσθηση, μια κατάθεση ψυχής. Δεν έχει σημασία αν φωτογραφίζεις μ’ ένα κινητό ή με μια μηχανή, αρκεί να έχεις τη δική σου οπτική σ’ αυτό που θέλεις να βγάλεις».
Η Μαργαρίτα Τριβυζά με το φακό της συναντά τη σιωπή και τη μοναξιά, που, με τη θέλησή της, επιβάλλει στον εαυτό της, σαν να αναζητά την αλήθεια των μυστικών ή του προσωπικού της μύθου, όπου το πραγματικό συνυπάρχει με το φανταστικό. Έτσι, μας οδηγεί σε ένα σωτήριο ταξίδι στο χρόνο και τις ελληνικές αισθήσεις. Ο φωτογράφος πάντα κρύβει ένα μυστικό ανάμεσα στις χιλιάδες εικόνες του και την ίδια του τη ζωή. Αυτό το μυστικό μπορεί να τον οδηγήσει κοντά στο μυστήριο της φύσης και την έρευνα της γοητείας του τοπίου. Το φως, η σκιά, το νερό δίνουν το έναυσμα για την αποτύπωση μιας τεράστιας ποικιλίας της φυσικής πραγματικότητας, μιας σειράς εντυπώσεων, που μένουν ανεξίτηλες στο πέρασμα του χρόνου.
Η φωτογραφία δείχνει την ψυχή του φωτογράφου, την έμπνευση, τις αναμνήσεις και τις εντυπώσεις του. Η Τριβυζά ερευνά, με δύναμη και ευαισθησία, την αλήθεια και την ομορφιά της φύσης. Το πειθαρχημένο φωτογραφικό της βλέμμα αποκαλύπτει τη στάση ευθύνης της στο φωτοευπαθές χαρτί, τον τρόπο σκέψης και την αγάπη της για τον ελληνικό χώρο. Αδιάκοπα αναπτύσσει ένα διάλογο ανάμεσα στο νερό και τη γη, το ορατό και το αόρατο, δίνοντας έμφαση στη διαφάνεια και τις αντανακλάσεις του φωτός. Πρόκειται για μια φωτογραφική τελειοποίηση και απαθανάτιση της φύσης. Μια ελευθερία που σε οδηγεί στο ν’ αντιληφθείς το πόσο σημαντικό είναι να μπορείς να κοιτάζεις και να διεισδύεις στην ουσία, να μάθεις να βλέπεις και να ερευνάς. Η πρόσφατη δουλειά της, με τις ασύλληπτες εικόνες ευαισθησίας και λεπτότητας, αντανακλούν μια αίσθηση γαλήνης, απόμακρης από τη θορυβώδη πραγματικότητα, επιβάλλοντας με καθάρια διαύγεια, τη δύναμη της φαντασίας στον ορατό μας κόσμο σαν μια περιπλάνηση που δεν έχει τέλος.
ΤΑΚΗΣ ΜΑΥΡΩΤΑΣ
Αθήνα, 6 Νοεμβρίου 2017

Last modified: 18/12/2017