Μαρία Αρχιμανδρίτη: Το μαρτύριο της ανθρώπινης ψυχής

Ήρα Παπαποστόλου
Ιστορικός και κριτικός τέχνης

22222Η Μαρία Αρχιμανδρίτη δουλεύει με λάδι σε καμβά. Πορτρέτα και συνθέσεις γεμάτες μυστήριο είναι μερικά από τα θέματά της. Περιγράφει τη γυναίκα- παιδί αλλά και τη γυναίκα σε όλους της τους ρόλους, τη σχέση μεταξύ γυναίκας και άντρα αλλά και τον άντρα – «άρπαγα» όπως τον ονομάζει. Εσωτερικά και εξωτερικά σκηνικά, έντονα χρώματα και μία ιδιόμορφη προοπτική είναι το πρώτο πράγμα που παρατηρεί κανείς στα έργα της. Επηρεασμένη από τον εξπρεσιονισμό αλλά και από τον σουρεαλισμό φτιάχνει μια ανθρωποκεντρική ζωγραφική όπου μπλέκεται το λογικό με το άλογο και όπου η πραγματικότητα παραμορφώνεται με σκοπό να εκφράσει τα συναισθήματα και την ιδιαίτερη εσωτερική οπτική της. Οι εικόνες της είναι εικόνες γεμάτες πάθος και ταραχή με έντονη την παρουσία της ανθρώπινης σάρκας και μας θυμίζουν κάποιες φορές την ένταση που κυριαρχεί στα έργα ενός Σουτίν.
Η Γυναίκα της μοιάζει με μια σύγχρονη εκδοχή του έργου του Πικάσο με τίτλο Η Γυναίκα που κλαίει ο οποίος έχει πει γι΄ αυτό του το έργο: «Την ζωγράφισα σε βασανιστική μορφή, όχι με σαδισμό ούτε όμως με ευχαρίστηση. Υπακούοντας ακριβώς σε ένα όραμα που μου επιβλήθηκε. Ήταν η βαθιά πραγματικότητα». Την τωρινή πραγματικότητα της γυναίκας παρουσιάζει και η Μαρία Αρχιμανδρίτη: βασανισμένη, σχεδόν τρελή από τις τόσες υποχρεώσεις που έχει (να είναι και γυναίκα και μητέρα), παραμορφωμένη και προκλητικά βαμμένη, φορώντας στο ένα πόδι αθλητικό παπούτσι ( με αυτό στηρίζει το μωρό της ) και στο άλλο πόδι ένα τακούνι ( υπενθυμίζοντάς μας την κοινωνική και γυναικεία της φύση), δεν ξέρει που να στηριχθεί.
Στη γυναίκα – παιδί είναι φανερό ότι η ζωγράφος προσπαθεί να εκφράσει τα αισθήματά της μπροστά στην πραγματικότητα και όχι να αναπαραστήσει την ίδια την πραγματικότητα. Ο ρυθμός των ζωηρών χρωμάτων και των γραμμών που «στροβιλίζονται» αγγίζει τα όρια της υστερικής έντασης. Μιας έντασης που ξεκινάει από την ψυχή του νέου κοριτσιού και απλώνεται σε όλον το χώρο.
Με το Ζευγάρι της, η Μαρία Αρχιμανδρίτη μιλάει για ένα ακόμη ταξίδι της ψυχής σε μέρη που τη φωτίζουν και την γιατρεύουν από πληγές που δημιούργησε με τη λαχτάρα της να γευτεί πράγματα και καταστάσεις. Μιλάει επίσης για τα όρια της γλυκιάς ερωτικής αιχμαλωσίας που μπορεί να γίνει απόλυτη. Η γυναίκα, μετά την ερωτική πράξη, φεύγει παίρνοντας κάτι από την κάθε εμπειρία της, κάτι που τη βοηθάει στο μετά και που την οδηγεί σε αυτό για το οποίο πλάστηκε: την εξύψωση.
Όσο για τον Άρπαγα, πρόκειται για την αρρωστημένη δύναμη της εξουσίας και της υποταγής που χορεύουν πάνω σε ένα πάλκο ατέλειωτου ψυχικού κενού. Ο Άρπαγας έχει πρόσωπο, το χέρι του είναι χέρι αρπακτικού και δίπλα του στέκεται γαντζωμένη – χωρίς πρόσωπο – η προσωποποίηση της θηλυκής αθωότητας και φρεσκάδας.
Η ίδια λέει: «Δίνω πάρα πολύ σημασία στην αλλίωση της ύλης όταν υποκύπτει στην ψυχική μας καθέλιξη. Με ενδιαφέρει να ξεσκεπάζω το μαρτύριο της ανθρώπινης ψυχής και να του δίνω το πραγματικό του πρόσωπο. Οι μορφές μου βρίσκονται σε μη χώρους, θα τολμούσα να πω και σε μη χρόνο.
Συνολικά η ζωγραφική μου κατακλύζεται από εξεγερμένα συναισθήματα, από συγκρουσιακές σχέσεις, από διλήμματα και αντιφάσεις. Θύματα ή θύτες, οι μορφές απαθανατίζονται σε άχρωμα στιγμιότυπα δίνοντας την εντύπωση ότι σε καλούν να δεις μία σκηνή γνώριμη, παρμένη απ’ το συλλογικό ασυνείδητο.
Σταδιακά οι μορφές αυτές φέρουν στοιχεία από κολάζ. Φέρουν χαρακτηριστικά από οποιουσδήποτε ανθρώπους ενωμένα σε μία μορφή. Απρόσωπη στην ουσία μορφή που πιο πολύ πλέον αποτελεί αρχέτυπο και όχι μεμονωμένο άτομο. Έτσι πλέον λειτουργούμε οι άνθρωποι, ως αρνητικά αρχέτυπα. Ως γενικότητες που περικλείουν ειδικότητες και όχι ως ξεχωριστές προσωπικότητες
».

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Last modified: 20/12/2017