Μάλκομ Μόρλεϊ: Στην τέχνη η μνήμη είναι το λυχνάρι του Αλαντίν - Art22

Μάλκομ Μόρλεϊ: Στην τέχνη η μνήμη είναι το λυχνάρι του Αλαντίν

Το βιβλίο του Irving Stone «Lust for Life» ένα βιογραφικό μυθιστόρημα για τον Βαν Γκογκ που διάβασε στη φυλακή, τον οδήγησε στη μαγεία της ζωγραφικής και στη λύτρωση. Ο Μάλκομ Μόρλεϊ ένας από τους σημαντικότερους εικαστικούς καλλιτέχνες του καιρού μας συγκαταλέγεται στους   πρωτοπόρους και εισηγητές του φωτορεαλισμού.
Ο καλλιτέχνης έφυγε από τη ζωή το περασμένο Σάββατο, 2 Ιουνίου, στο Bellport, της πολιτείας της Ν. Υόρκης πέντε μέρες πριν τα 87α γενέθλια του (γεννήθηκε στις 7 Ιουνίου του   1931 στο Λονδίνο).
Πέρασε δύσκολα παιδικά χρόνια γνωρίζοντας τον κόσμο στην καρδιά του πολέμου. Ο πατέρας του πέθανε όταν ο Μάλκομ ήταν πολύ μικρός και η μητέρα του παντρεύτηκε έναν μεταλλωρύχο κι έτσι για ένα διάστημα είχε το επώνυμο Έβανς. Με το επώνυμο Έβανς υπέγραψε μερικά από τα έργα της νιότης του.
Σαν παιδί συνήθιζε να κατασκευάζει μοντέλα πλοίων με χαρτοκοπτική. «Εκείνο» το βράδυ είχε φτιάξει το πλοίο και το έβαλε στο περβάζι του παραθύρου για να το χρωματίσει το πρωί. Τη νύχτα τα γερμανικά V1 βομβάρδισαν το Λονδίνο και βόμβα κατέστρεψε το σπίτι τους και το χάρτινο πλοίο στο παράθυρο. Μάλιστα για ένα διάστημα ο μικρός Μάλκομ αναγκάστηκε να ζήσει ως άστεγος. Ίσως στο γεγονός αυτό να οφείλεται η έντονη παραβατικότητα που έδειξε στα εφηβικά του χρόνια.
Θιασώτης της ψυχανάλυσης ο Μάλκομ Μόρλεϊ διηγείται ότι σε κάποια συνεδρία «ήρθε η μνήμη των βομβαρδισμών και συνειδητοποίησα ότι όλα αυτά τα πλοία που είχα δημιουργήσει έχουν να κάνουν με το θωρηκτό που δεν τελείωσα ποτέ το βράδυ του βομβαρδισμού». Αργότερα μιλώντας για την επιρροή του βομβαρδισμού στο έργο του του παραδέχτηκε: «Ήταν σαν να έχω ένα τζίνι στη λυχνάρι. Το μόνο που έπρεπε να κάνω ήταν να τρίβω αυτή τη μνήμη για να εμφανιστεί ο τζίνι».

Μετά την περιπέτεια της φυλακής για κάποια διάρρηξη, γράφτηκε στη σχολή καλών τεχνών Camberwell και στη συνέχεια στο Royal College of Art απ’ όπου αποφοίτησε το 1957. Όμως από το 1952 είχε έρθει σε επαφή με τον κόσμο της τέχνης αφού εξέθεσε στο Camberwell, με βοήθεια υπαλλήλων της φυλακής, τα έργα που φιλοτέχνησε ως κρατούμενος. Ένα χρόνο πριν ολοκληρώσει τις σπουδές του στο Λονδίνο μια έκθεση σύγχρονης αμερικάνικης τέχνης που είδε στην Tate Gallery, τον οδήγησε στον αφηρημένο εξπρεσιονισμό.

Τον επόμενο χρόνο φεύγει για τις Ηνωμένες Πολιτείες όπου η καριέρα του και η φήμη του εκτοξεύονται. Αρχικά στο Οχάιο παρακολούθησε μαθήματα ζωγραφικής και στη συνέχεια μετακόμισε στη Νέα Υόρκη όπου δίδαξε στο SUNY Stony Brook και τη Σχολή Εικαστικών Τεχνών. Στη Νέα Υόρκη αλλάζει εικαστική άποψη και δημιουργεί σπουδαία έργα φωτογραφικού ρεαλισμού. Ο Μάλκομ Μόρλεϊ πιστώνεται με το ξεκίνημα δύο ισχυρών κινημάτων τέχνης στον 20ο αιώνα τον φωτορεαλισμό (προτιμούσε τον όρο σούπερ ρεαλισμό) και νεοεξπρεσιονισμό.
Βέβαια ήταν θαυμαστή η επιμονή του να μην ταυτίζεται με ένα στιλ κι έτσι μετατοπιζόταν σε διάφορες αισθητικές επιλογές. «Αξίζει πάντα να θυμόμαστε ότι μόλις ονομάσουμε ένα κίνημα, ξέρετε ότι τελείωσε» έλεγε και θύμιζε «Ο Πικάσο δεν χαρακτήρισε τους πίνακες του κυβισμό, απλώς προσπαθούσε να φτάσει σε ένα άλλο στρώμα ρεαλισμού».
Όταν τον ρωτούσαν από πού εμπνέεται απαντούσε «Η ιδέα είναι να μην έχεις ιδέα». Παρόλο που δεν επεδίωκε να μένει σε ένα στιλ, το έργο του διατήρησε μια κοινή θεματογραφία: αεροπορία, αυτοκίνητα, μετακίνηση, σκάφη, εικόνες καταστροφής. Ως θιασώτης της ποπ αρτ πλησίασε τον φωτορεαλισμό έχοντας σχέσεις με τον Andy Warhol και τον Roy Lichtenstein.
Εγκατέλειψε τον σουπερ – ρεαλισμό το 1970 όταν ανακάλυψε ότι σε λιγότερο από ένα χρόνο εκατό άτομα στις ΗΠΑ είχαν φτιάξει διαφάνειες με τα έργα του και πουλούσαν αντίγραφα σε γκαλερί όλης της χώρας. Αργότερα προτίμησε τις μεγαλύτερες πινελιές ση ζωγραφική του, πλησίασε περισσότερο τη φύση και πολλά έργα του τα χαρακτήρισε ως «αρχέτυπα της ανθρώπινης φιγούρας».
Το 1984 στο Μάλκομ Μόρλεϊ, απονεμήθηκε το πρώτο βραβείο Turner.

Last modified: 06/06/2018