Εικαστικές Εκκρεμότητες

Μαρίνα Κανακάκη
Ιστορικός Τέχνης - Μουσειολόγος

Piero della Francesca Η Γέννησις (λεπτομέρεια) 1470 124 Χ 123 εκ. National Gallery, Λονδίνο

 

Τι; Τι; Μα τι θα τους έλεγε πάλι όταν, στην επιστροφή, σαν μέλισσες θα έπεφταν πάνω της ζητώντας να ξεκαθαρίσει τη θέση της; Όταν χαμένη «ουτοπικά» σε μια πλειάδα μορφών και εικόνων θα έπρεπε ξαφνικά να αφήσει την καρδιά της να πέσει εκεί, στη λογική, την ανάλυση και την ψύχρα; Και να εισέλθει σ’ ένα δαίδαλο εννοιών από όπου βγαίνει κανείς μπερδεμένος και ταλαιπωρημένος σαν από ακανθώδη θάμνο; «Πρέπει η Τέχνη να οδηγήσει στην άρνηση της Τέχνης;»… κάτι τέτοια θα την ρωτούσαν πάλι! Και το «δεν ξέρω» της δεν θα τους ήταν αρκετό.

Εκείνη όμως στα έργα έψαχνε να βρει τα βυθισμένα πάθη της και κάποιες απαντήσεις. Μια ανώδυνη ζωγραφική λεπτομέρεια και η ψυχή της μπορούσε να πετάξει κάπου πέρα απ’ το Γιατί. Το πώς λειτουργούσε η Τέχνη, δεν ήταν σίγουρη ότι το γνώριζε. Αλλά από που περνούσε μέσα της και ταξίδευε, αυτό ναι, μπορούσε να το εκφράσει. Επιθυμίες, εδάφη, προκλήσεις… «Βουτήξτε! Βρείτε εσείς τις απαντήσεις. Με τα δικά σας λόγια», έλεγε.

Edgar Degas - Χορεύτρια ξεκουράζεται, περ. 1879, παστέλ και κάρβουνο σε χαρτόνι 76.5x55.5εκ., Ιδιωτική συλλογή

Edgar Degas – Χορεύτρια ξεκουράζεται, περ. 1879, παστέλ και κάρβουνο σε χαρτόνι 76.5 x 55.5εκ., Ιδιωτική συλλογή

Τις περισσότερες φορές, το μείζον ερώτημά τους, αυτό το «πού τοποθετείσαι εικαστικά;» την ανατρίχιαζε σαν ανεπιθύμητο παγάκι στην πλάτη. Γνώριζε βέβαια ότι στη ζωή συχνά εμφανίζονται καταστάσεις που σαν αόρατα κουνουπάκια τσιμπάνε, ύπουλα και με μανία, συνήθως όταν κανείς χαλαρώνει. Και πιέζουν. Θέλοντας να προσγειώσουν τον ονειροπόλο από τα σύννεφα εδώ, στο «κόλλημα-τσίμπημα». Και να απαντήσει, τώρα, γρήγορα, αποφασιστικά: «Αγαπάς τις γάτες ή τα σκυλιά; Tη νύχτα ή τη μέρα; Tη θάλασσα ή το βουνό; Το μέσα ή το έξω» . Τι «κόλλημα-τσίμπημα!» Τι «κόλλημα-στρατόπεδο!» Εκείνη ήθελε να παραμένει στις εικαστικές της εκκρεμότητες! Να έχει πάντα κάτι να ανακαλύψει, να αγαπήσει περισσότερο, να ερμηνεύσει ξανά… Θυμόταν πως κάποτε, ως φοιτήτρια, δεν είχε συγκινηθεί ιδιαίτερα με τον Caspar David Friedrich. Ώσπου ξαφνικά, χρόνια αργότερα, τον συνάντησε ξανά στο Βερολίνο και μαγεύτηκε τόσο που η εμπειρία αυτή έμοιαζε με Αποκάλυψη. Μόνο ο Friedrich και εκείνη σε όλο το μουσείο. «Κόλλημα-έρωτας». Τι δυσφορία όμως ένιωθε όταν της ζητούσαν να «επικυρώσει» κάποιον απροσδιόριστο «ρόλο» της στις διαμάχες των Τεχνών, εκφράζοντας μια απόλυτη θέση σφηνωμένη σε μια ακόμη πιο απόλυτη Θεωρία! Αχ αυτή η απαίτηση μερικών για περιχαράκωση ως προϋπόθεση νομιμοποίησης… Τι κούραση! Τι αδιέξοδο! «Άντε κοριτσάκι μου, διάλεξε πια! Αποφάσισε! Ξέρνα μας την επιλογή σου! Είσαι του καβαλέτου ή της κατασκευής;».

Van Gogh Στο κατώφλι της αιωνιότητας 1880 84 Χ 64 εκ Μουσείο Kroller-Myller, Otterlo, Ολλανδία

Van Gogh Στο κατώφλι της αιωνιότητας 1880 84 Χ 64 εκ Μουσείο Kroller-Myller, Otterlo, Ολλανδία

Πάντα είχε επιφυλάξεις απέναντι στο κλείσιμο όσων η αγαπημένη ενασχόληση καταντούσε μονοκόμματη δέσμευση, υπόθεση τυφλο-ζωτικής σημασίας. Τύποι ψευδο-χαρισματικοί είχαν θελήσει παλιά να την μυήσουν, να την εκπαιδεύσουν, να της «ανοίξουν τα μάτια»: «Καταλαβαίνεις; Το ζήτημα της αυτο-αλληλο-εξαρτημένης δημιουργίας είναι βασικά πολυπαραγοντικό. Σχετίζεται με τις κοινωνικο-οικονομικές συνθήκες που είναι άρρηκτα δεμένες με μπλα μπλα μπλα…» Και ενώ όλα αυτά φυσικά κάπως την αφορούσαν, κάθε φορά ένιωθε ότι μιλούσε άλλη γλώσσα. Γι’ αυτό λοιπόν, από νωρίς είχε αντιρρήσεις στο να ακολουθήσει το ένα ή το άλλο εικαστικά στρατευμένο κοπάδι. Δεν κολακευόταν με την ιδέα να ενταχθεί σε μια κάστα που -ποιος ξέρει- θα κυριαρχούσε μια μέρα στο καλλιτεχνικό γίγνεσθαι. Που προκλητικά και αλαζονικά θα ισοπέδωνε συσσωρευμένες ανά τους αιώνες αισθητικές αντιλήψεις, τεχνικές γνώσεις, οράματα και ιδανικά, επιλέγοντας να σταθεί σε μια μόνο πτυχή ενός συνόλου. Όχι. Δεν ήθελε να ανήκει κάπου όπου ο αντίλογος θα αντικαθιστούσε πολύ σύντομα τον διάλογο. Όχι. Δεν ήθελε να παίρνει καμία παιδιαρίστικη πόζα μεταξύ ειρωνείας, ματαιοδοξίας και θράσους για να γίνει αποδεχτή. Διότι πίστευε πως ο ανθρώπινος εκφραστικός πλούτος δεν απορρίπτεται καιροσκοπικά. Αυτό δεν ήταν άλλωστε ένα θεμελιώδες δίδαγμα της αδιαμφισβήτητης προσφοράς ενός Picasso ή ενός Béjart -που είχαν και οι δυο σφραγίσει την αντίστοιχη τέχνη τους; Εκείνη λοιπόν, δεν θα «έκαιγε» τη Λίμνη των Κύκνων για να αγαπήσει το Boléro. Και με όλη την ειλικρίνεια του κόσμου, δεν μπορούσε ούτε τώρα να αποφασίσει αν η θεά Sylvie Guillem ήταν συγκλονιστικότερη στο ένα ή στο άλλο από τα δύο αριστουργηματικά αυτά μπαλέτα.

Το παράδοξο όμως ήταν πως κάτι τέτοια στριμώγματα την είχαν ωθήσει σε ακόμη περισσότερη διάθεση για αυτόνομο πνεύμα. Σαν μέσα από αυτές τις αποτυχημένες επιχειρήσεις περιορισμού της κριτικής σκέψης να είχε βρει φτερωτή δύναμη για ανεξαρτησία και άλλες αδέσμευτες εκστάσεις. Αποτελεσματικότατα μαθήματα, έτσι;

Οπότε θα παρέμενε συνειδητά απούσα για κάποιους… Ολοκληρωτικά παρούσα για τον εαυτό της. Χωρίς σημαία, μετανάστρια στο καταφύγιο των καλλιτεχνικών οραμάτων, συνδέοντας χωρίς προκαταλήψεις την εσωτερικότητά της με την ανθρώπινη δημιουργία. Μια αυτοεξορία, μια φυγή από την φυλακή του εκάστοτε «πρέπει».

Mark Rothko - Purple brown - 1957

Mark Rothko – Purple brown – 1957

Ώρες ώρες παιχνιδιάρικα, δήλωνε με ύφος σχεδόν ηττημένου: «OK, OK… Χώστε με σ’ ένα πλαίσιο! Αλλά τότε βρείτε μου τούτη τη σπάνια, την πολύτιμη, την ανακουφιστική «κορνίζα» στην οποία η ίδια θα θέλω να μείνω «καρφωμένη!» Αυτό το αλλόκοτο πλαίσιο που, αντί να με «τετραγωνίζει», θα με κάνει ευέλικτο και αισθαντικό κύμα μιας θάλασσας βαθιάς, γεμάτης εκμυστηρεύσεις… Βρείτε μου το μαγικό κάδρο όπου θα μπορώ εν τέλει να «συνοψίζομαι». Βρείτε το και εκπλήξτε με! Διότι, μάλλον, δεν υπάρχει…» Και βγαίνοντας λίγο από το παιχνίδι συνέχιζε πιο σοβαρά: «Αφού ούτως ή άλλως υπάρχουν τα πλαίσια από μόνα τους! Ιστορικό, πολιτισμικό, κοινωνικό, οικονομικό… Γιατί δεν χαλαρώνουμε με το θέμα της καλλιτεχνικής στράτευσης και δεν εστιάζουμε σε φόρμες και πλαστικές ιδιότητες; Σε ταμπεραμέντα και τρόπους; Σε πνευματικές, συναισθηματικές, σωματικές ακόμα επιδράσεις πάνω σε ανυποψίαστους θεατές; Σε χαμόγελα, σε ξαφνιάσματα; Γιατί δεν ξαναερχόμαστε πιο κοντά στην Ουσία;»

Sylvie Guillem in Bolero by Maurice Bejart  Δεν ήταν αντίθετη στο ότι η Τέχνη μπορεί να χρησιμοποιείται για σκοπούς που την υπερβαίνουν. Πίστευε όμως πως η ίδια η Τέχνη δεν πρέπει να γνωρίζει τους σκοπούς αυτούς, διότι έτσι τους εκπληρώνει καλύτερα. Και πλησιάζοντας περισσότερο σε «ότι μετράει ουσιαστικά», απλοποιούσε λίγο ακόμα το «τοπίο»: αναρωτιόταν παραδείγματος χάριν, αντί ο άνθρωπος να είναι το παν για το ένα στρατόπεδο ενώ για το άλλο να μην είναι τίποτα, αν θα μπορούσαν όλοι απλά να δεχτούν πως ο άνθρωπος είναι ασυζήτητα «κάτι»; Και αφού ένα ήξεραν όλοι… Ότι στο τέλος, τα πάντα θα εξατμίζονταν… Τα πάντα θα ξεκαθάριζαν… Τι θα έμενε; Ένα μανιφέστο; Μια μανιέρα; Μια μόδα; Ή μήπως τα σπουδαία έργα που συχνά ξεπερνούν και τον δημιουργό τους;

Προς το παρόν πάντως, εκείνη θα συνέχιζε να γεύεται τα συναρπαστικά και χορταστικά μενού της. Κάτι «πιάτα-θησαυρούς» σε αυθόρμητη σειρά. Θα ξεκινούσε ας πούμε, με Rothko, για να μετατραπεί προοδευτικά η ψυχή-σφουγγάρι σε ισχυρό δέκτη καθαρών συναισθημάτων. Χωρίς μπαχαρικά. Έχοντας έρθει λοιπόν πολύ κοντά στον εαυτό της, θα απολάμβανε στην συνέχεια Degas, για να μπορούν να τα πουν και λίγο μεταξύ τους ως μπαλετόφιλοι. Θα του έλεγε για «coup de pied» και «en-dehors». Θα της έλεγε για γρήγορο σχέδιο σε πρόβες και τούλινες φευγαλέες εντυπώσεις στη σκηνή. Ώσπου χωρίς κανένα πρόβλημα θα συνέχιζε με Nam June Paik για να τρέξει λίγο αναζωογονητικό «ζουμί» στις ήδη παλλόμενες φλέβες της. Στο τέλος, η αυξανόμενη όρεξή της θα ζητούσε Piero della Francesca ή Rembrandt ή Van Gogh! Και Vermeer, Vermeer, Vermeer μέχρι κορεσμού…

Με ανανεωμένη κάθε φορά διάθεση, θα σε άφηνε, Καλλιτέχνη, να της προτείνεις δρόμους… Ανοιχτούς… Έτοιμη να περάσει από δω, να βηματίσει από κει. Σχεδόν οπουδήποτε, αλλά με την καρδιά να κοιτάει προς τα εμπρός…

Αθήνα, Φεβρουάριος 2013

 

 

 

 

Last modified: 19/12/2017