Δημήτρης Ξόνογλου: Ακούω τα αηδόνια

Κείμενο του εικαστικού Δημήτρη Ξόνογλου που παρουσιάστηκε στην έκθεση «Ασκήσεις ισορροπίας: Σχεδιασμοί και υλοποίηση. Η αναπόφευκτη απροσδιοριστία ή, η αναπροσαρμογή της προέλευσης» που επιμελήθηκε ο Ομότιμος Καθηγητής του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Εμμανουήλ Μαυρομμάτης

Ο Vincent συμπεριφερόταν σαν οχληρός μουσαφίρης μέσα στο ίδιο του το σπίτι. Επέστρεφε κατάκοπος φορτωμένος με νωπές ζωγραφιές και μαζί του έμπαιναν και κατοικούσαν μέσα του ολόκληρα καινούργια τοπία. Όταν είδε τον εαυτό του στον καθρέφτη τρόμαξε ικανοποιημένος, τα μαλλιά και τα γένια του από φλούδες πορτοκαλιού άλλαζαν ατίθασα, γίνονταν αιχμηρά μωβ, σιωπηλά μαβί, ήρεμα λαχανί, απόκοσμα κυπαρισσί. Το δέρμα του ηλιοκαμένο σαν πέτσα ψωμιού άλλοτε σαν οξείδιο του σιδήρου, άλλοτε στους τόνους του χαλκού και της πέτρας, της παπαρούνας και του κοβαλτίου, έσφυζε από ζωή και ενέργεια.

Έργα του Δημήτρη Ξόνογλου που παρουσιάστηκαν στην Art Thessaloniki (Kivo art galleri)

Όταν δε κατέβαινε στο καφενείο με τα μπιλιάρδα έμπαινε στην κουζίνα πεινασμένος και έτρωγε ότι έβρισκε: ραδίκια, λάχανα, κατσαρίδες ή κάτι από τον εαυτό του. Στην αρχή ξεκίνησε από μια παρανυχίδα, μετά προχώρησε και σιγά – σιγά χωρίς να το καταλάβει έφαγε το μικρό δάκτυλο του αριστερού του χεριού. Μια άλλη φορά που πείναγε σαν λύκος έφαγε τον Gauguin ντυμένο κοκκινοσκουφίτσα, τον κυνηγό με το δίκαννο και την γιαγιά μαζί με το νυχτικό της. Μετά έφτανε τρεκλίζοντας στο κρεβάτι, και έπεφτε με τα ρούχα σε λήθαργο. Άλλοτε πάλι έφαγε ένα ολόκληρο χωράφι με ανθισμένες κερασιές. Δεν ήταν χορτοφάγος πιο πολύ πατατοφάγος θα λέγαμε, μα και το κρεατάκι του άρεζε ειδικά το δικό του. Όταν έφαγε τρία από τα δικά του πλευρά το νοστιμεύτηκε τόσο και χωρίς να το θέλει άνοιξε μια τρύπα στο στήθος του και όλοι μπορούσαν να δουν μέσα του, ακόμα και τα εκατομμύρια των κινέζων. Αυτό τον κούραζε θανάσιμα και κάλυψε την οπή με ένα τεράστιο ηλιοτρόπιο.
Έτσι το 1887 – 88 άρχισε να ζωγραφίζει ηλιοτρόπια. Τότε πέρασε η Δόξα έξω από το σπίτι και χτύπησε την πόρτα του, μα ο Van Gogh έλειπε ζωγράφιζε το πορτραίτο του γιατρού Gachet. Του άφησε ένα μήνυμα ότι θα ξαναπεράσει. Όταν το βρήκε έτρεξε πίσω της μα δεν την πρόλαβε. «Η Δόξα στων Ψαρών την ολόμαυρη ράχη περπατούσε μονάχη και στεφάνωνε τα λαμπρά παλληκάρια…».
Στην επιστροφή της από την Ελλάδα, πέρασε πάλι να τον δει. Ο Vincent κάθε βράδυ έλεγε την προσευχή του: «Τήν ώραιότητα τς Παρθενίας σου και το ύπέρλαμπρον τό τς άγνείας σου, ό Γαβριήλ καταπλαγείς, έβόα σοι Θεοτόκε. Ποίον σοι εγκώμιον προσαγάγω έπάξιον: Τί δε ονομάσω σε; Απορώ και εξίσταμαι. Διό ως προσετάγην βοώ σοι. Χαίρε, ή Κεχαριτωμένη». Ήταν τόσο απορροφημένος που δεν άκουσε το κάλεσμα της, έτσι δεν συναντήθηκαν ποτέ όσο ζούσε.
Εκείνο το βράδυ οι ουρανοί συγκινήθηκαν τόσο πολύ από την προσευχή του, που άνοιξαν διάπλατα και άρχισε να βρέχει μια περίεργη βροχή μαζί με μυρουδιές πρωτόγνωρες. Η Δόξα μέθυσε απ’ την βροχή και παρ’ ολίγον να βρεθεί φαρδιά πλατιά ανάσκελα στο οδόστρωμα με σπασμένο κεφάλι αν δεν αρπάζονταν τελευταία στιγμή από το ρόπτρο μιας πόρτας σε σχήμα δράκου με επτά κεφαλές. Η πρώτη κεφαλή είναι της υπεροψίας, η δεύτερη της φιλαργυρίας, η τρίτη του εγωιστικού εγωισμού, η τέταρτη του δολοφονικού ενστίκτου ή της εγκληματικής ροπής, η πέμπτη του πουριτανισμού, η έκτη της παραφροσύνης και η εβδόμη κεφαλή είναι μια νεκροκεφαλή.
Τις πρωινές ώρες με την δροσιά χιλιάδες σαλιγκάρια βγήκαν στα χωράφια, τις πεζούλες, τους δρόμους ενώ μεγάλοι και μικροί τα μάζευαν τρελαμένοι με τις χούφτες σε καλάθια, τσουβάλια, κατσαρόλες ή ότι άλλο σκεύος είχαν. Για μέρες όλοι τρώγαν σαλιγκάρια με ποικίλες συνταγές. Έτσι τα σαλιγκάρια έγιναν το εθνικό φαγητό της Γαλλίας. Τους επόμενους μήνες αρκετοί Γάλλοι εμφανίστηκαν με υβριδικά μαλακά κέρατα στο κεφάλι μέχρι το 1890 χρονολογία θανάτου του Van Gogh οπότε τα κέρατα εξαφανίστηκαν μυστηριωδώς.
Το μαντάτο μετέφερε στο Τολέδο ένα κοράκι που κρατούσε στο ράμφος του μερικούς σπόρους σιταριού. Σκαρφάλωσε στον ώμο του Greco, του ψιθύρισε τα νέα στο αυτί και απόθεσε το σιτάρι στη χούφτα του. Ο Δομίνικος ξέσπασε σε λυγμούς, άφησε στη μέση «την ταφή του κόμη ντε Οργκάθ» και έτρεξε στο ψυχιατρείο της πόλης να βρει τους Δώδεκα Αποστόλους. Όλοι μαζί χώθηκαν στο παρεκκλήσι του Αγίου Αντωνίου και βούλιαξαν στα στασίδια ξάγρυπνοι για τρεις μέρες και τρεις νύχτες.
Πιο βόρεια στο Άμστερνταμ Rembrandt άκουσε θόρυβο. Γύρισε το κεφάλι και είδε μια ομάδα από κοράκια έξω από το παράθυρο του σπιτιού του να σχηματίζουν το γράμμα ΄V΄. Αποσπάστηκε τρυφερά από την αγκαλιά της Σάσκια, πλησίασε το τζάμι και πότισε το περβάζι με καυτά δάκρυα. Ήταν το 1641 χρονιά γέννησης του μοναχογιού του Titus. Θεέ μου ψιθύρισε, πάει ο Vincent, και σωριάστηκε σε μια πολυθρόνα. Εκείνη τη μέρα τα μισά κανάλια της πόλης πάγωσαν μαζί με τις βάρκες ενώ ο ήλιος έκαιγε απειλητικός στους 40° βαθμούς κελσίου και οι κάτοικοι απορούσαν.
Τι θέλουν τόσα πολλά αηδόνια στην αυλή μου ξεσαλωμένα αναρωτιόταν ο Paul Gauguin από την Καλύβα στην Ταϊτή. Ξαφνικά άφησε μια κραυγή. Το διάστημα που έζησαν μαζί στην Arles, ο Vincent έφευγε κάθε μέρα πρωί – πρωί στους αγρούς και στις ρεματιές φορτωμένος τα σύνεργα του μ’ εκείνο το ψάθινο καπέλο στο κεφάλι. «Γιατί τόσο πρωί Vincent;» ρωτούσαν ο Paul και εκείνος απαντούσε «για να ακούω τα αηδόνια Paul».
Τις επόμενες μέρες οι ντόπιοι βρίσκανε τον Gauguin τύφλα στο μεθύσι πεσμένο σε διάφορα μέρη του νησιού με τις βελόνες ακόμα καρφωμένες  στο μπράτσο που έγραφαν “V.V.G MON AMOUR” και τη μικρή συγκάτοικο να του χαϊδεύει τα μαλλιά.
Δημήτρης Ξόνογλου
Μάρτιος – Απρίλιος 2013

Last modified: 27/11/2017