Γιώργος Χουλιαράς: Γλυπτικές αισθήσεις

Μελίτα Εμμανουήλ
Καθηγήτρια Ιστορίας Τέχνης, Ε.Μ.Π.

Η έκθεση του Γιώργου Χουλιαρά στην αίθουσα EVRIPIDES αποτελεί μία λαμπρή performance ενός ταλαντούχου, έμπειρου και ολοκληρωμένου δημιουργού και δάσκαλου της τέχνης, ο οποίος κινείται δυναμικά μέσα στο χώρο και χειρίζεται με ευκολία κάθε είδος φόρμας και  υλικού.
Με ευελιξία, πρωτοτυπία, χιούμορ αλλά και δυναμισμό και άλλοτε με κίνητρο το συναίσθημα και την ερωτική διάθεση ο Χουλιαράς μας οδηγεί σε έναν κόσμο ο οποίος δονείται από κίνηση και λάμψη αλλά και από αρχέγονο ερωτικό πάθος, σε μία περιδίνηση που μας γεμίζει με ένα συναίσθημα ολοκλήρωσης. Φεύγοντας από την έκθεση ο επισκέπτης έχει την αίσθηση ότι τα έχει δει όλα, και μέσα από αυτά μία σύνοψη της γλυπτικής των τελευταίων χρόνων.
Στο κείμενο του καταλόγου, το οποίο είναι γραμμένο από τον ίδιο τον γλύπτη μαθαίνουμε ότι τρία από τα πιο παλιά έργα της έκθεσης τα είχε παρουσιάσει πέρσι στην Ελληνοαμερικανική Ένωση[1]. Η λογική, όμως, που διέπει τη σειρά αυτή των γλυπτικών του συνθέσεων είχε ξεκινήσει από τη δεκαετία του ΄90 και αναπτύχθηκε τα τελευταία τέσσερα χρόνια, τα χρόνια της κρίσης και τα χρόνια που ελεύθερος πλέον από τα ακαδημαϊκά του καθήκοντα βρέθηκε πάλι ενώπιος ενωπίω στο εργαστήριό του.  Σαν αντίδοτο στην κρίση χρησιμοποίησε υλικά που είχαν ξεμείνει από παλαιότερες δουλειές του στο εργαστήριο, γεγονός που φαίνεται να έδωσε και την κατεύθυνση στον χαρακτήρα της γραμμικής και κάθετης διατύπωσης, αλλά και στην διαφάνεια και διαπερατότητα του επεξεργασμένου υλικού.
Μέσα στον ενθουσιασμό που γεννιέται από κάθε δημιουργία, ο καλλιτέχνης ταύτισε τα έργα του με τις εποχές του χρόνου και έδωσε τίτλους όπως «Της Άνοιξης», «Του Καλοκαιριού» και «Του Χειμώνα», εικονοποιώντας κατά κάποιον τρόπο τις δικές του αισθήσεις και προικίζοντας τα έργα με έναν κοινό και πανανθρώπινο χαρακτήρα.
Ανάμεσα στις γραμμές του κειμένου διακρίνουμε τη συγκίνηση, αυτή του δημιουργού που μας αποκαλύπτεται, και που τολμά να φανερώνει τον ψυχισμό του παιδιού που κρύβει μέσα του, όταν αποφασίζει να φωτίσει ελαφρά ένα έργο του χειμώνα. Γράφει ότι με τη χρήση  διαφόρων μετάλλων, με τις διαφορετικές ποιότητες και χρωματισμούς, του γινόταν όλο και πιο συνειδητή «μια  αίσθηση παιδικής ευφορίας, βλέποντας την παγωνιά από το ζεστό, παιδικό δωμάτιο της μνήμης. Τότε σκέφτηκα τη χρήση ελαφρού φωτισμού στο εσωτερικό του, τονίζοντας πιο πολύ την αίσθησή του…Ήταν ένα έργο του χειμώνα!». Κάπως έτσι περιγράφει παρουσιάζοντας και τα άλλα του έργα, συνδέοντάς τα διαδοχικά με τη δύναμη και την ορμή, αλλά και τη γλυκιά μελαγχολία της Άνοιξης, με το νυχτερινό ρεμβασμό ή τις γλυκές ερωτικές νύχτες του καλοκαιρινού φεγγαριού, με το σκουριασμένο και φυλλοβόλο φθινόπωρο, καθώς και με την παγερότητα του χειμώνα.  Στο κείμενό του ο Γιώργος Χουλιαράς μας πληροφορεί ότι τα έργα του είναι σαν τις σελίδες ενός προσωπικού ημερολογίου. Δεν είναι η πρώτη φορά που συμβαίνει αυτό.
Είναι γεγονός ότι κάθε έργο συνδέεται απόλυτα με τις εμπειρίες και την ψυχική διάθεση που διακινούν τον δημιουργό του την εποχή που πραγματοποιείται και με έναν τρόπο που δεν μπορεί να ερμηνευτεί πρακτικά. Η συμμετοχή ειδικά του ψυχισμού στην καλλιτεχνική δημιουργία παραμένει ένα από τα μεγάλα και άλυτα μυστήρια της τέχνης.  Ο τρόπος, όμως, που θα το υλοποιήσει, που θα αποδώσει πλαστικά τις αισθήσεις εναπόκειται στις προσωπικές ικανότητες και στο μεγαλείο του ίδιου του δημιουργού.  Στην έκθεση είδαμε δύο είδη γλυπτών: αυτά που υψώνονται «κάθετα και γραμμικά», δηλαδή μεγάλα επιδαπέδια γλυπτά τα οποία προορίζονται όπως γράφει ο καλλιτέχνης για ιδιωτικούς χώρους και τα μικρών διαστάσεων στα οποία κυριαρχεί η ανθρώπινη φιγούρα σε διάφορες εκδοχές της.
Από τα πρώτα ξεχωρίζουμε αυτά με τον τίτλο Του Φθινοπώρου (2015) και Του Χειμώνα (2014): επάνω σε δύο κάθετες «ραχοκοκκαλιές» που αποτελούνται από μεταλλικές βέργες ο Χουλιαράς έχει «κτίσει» τις δύο «εποχές» από μεταλλικά κομμάτια διαφόρων μεγεθών και σχημάτων , που συνδέονται μεταξύ τους και με τον κορμό δημιουργώντας την εντύπωση των δέντρων με τα κλαδιά και τα φυλλώματα. Τα καμπύλα σχήματα των μεταλλικών κομματιών του Φθινοπώρου δίνουν την αίσθηση της σκουριάς και φαίνονται σαν να συγκεντρώνουν τις δυνάμεις τους και να προσκολλώνται στον κορμό, ενώ στην περίπτωση του Χειμώνα είναι διαφορετικά: υπάρχει μεγαλύτερη ποικιλία στα σχήματα των μετάλλων και των άλλων υλικών, χαρακτηριστικό που δίνει κινητικότητα στο σύνολο, ενώ τα κομμάτια με τις γυαλισμένες επίπεδες επιφάνειες αντανακλούν γιορτινά το φως. Το έργο Της Άνοιξης (2016) από την άλλη πλευρά είναι τελείως διαφορετικό: ο κορμός συμπληρώνεται από μεταλλικά στοιχεία σαν μεγάλα καρφιά που δείχνουν να εκτινάσσονται προς όλες τις κατευθύνσεις, σαν να γίνεται μία έκρηξη.
Τέλος, τα Νυχτερινά Καλοκαιριού Ι και ΙΙ (2015) χαρακτηρίζονται από μία ξεκάθαρη καθετότητα, με τις όρθιες μεταλλικές βέργες που στολίζονται ψηλά από το χρυσαφί φεγγάρι και τις «λάμψεις» του. Είναι ενδιαφέρουσα μία σύγκριση με τα γλυπτά που φέρουν τους ίδιους τίτλους, αλλά φιλοτεχνήθηκαν παλαιότερα, το 1998 (Του Χειμώνα ΙΙ), το 1997 και το 2009 (Της Άννοιξης ΙΙΙ και Ι) και το1998 (Νυχτερινό καλοκαιριού ΙΙΙ) : η εξέλιξη είναι εντυπωσιακή, γιατί τα νεότερα έργα με τον πλούτο του υλικού και την επεξεργασία του παρουσιάζονται πολύ πιο «αφηγηματικά» και «εκφραστικά» ως προς τα συναισθήματα που εκπέμπουν. Παρ΄όλο που δεν προορίζονται για δημόσιους χώρους τα γλυπτά αυτά έχουν την δύναμη του συμβόλου. Είναι σαν ζωντανές και τολμηρές παρουσίες, που χαρακτηρίζονται από την ισορροπία και την αρμονία στη σχέση των μερών προς το σύνολο, καθώς και από τον εκρηκτικό δυναμισμό που είναι ένα από τα κύρια και διαχρονικά χαρακτηριστικά της γλυπτικής του Γιώργου Χουλιαρά. Η αφαιρετική παρουσία, ο χαρακτήρας του τοτέμ, οι συμβολικές φόρμες απασχολούν τους γλύπτες, όπως είναι γνωστό από το πρώτο μισό του 20ου αιώνα και εγκαθιδρύονται με την περίοδο του μεταπολεμικού μινιμαλισμού. Ο Χουλιαράς έχει ξεπεράσει αυτή την πορεία γιατί επανέρχεται στο ρομαντισμό της «αφήγησης» και της συγκίνησης. Θα μπορούσε έτσι ο ιστορικός της τέχνης να τα εντάξει σε έναν «μεταμοντέρνο» κονστρουκτιβισμό.
Μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και τα μικρά γλυπτά με τις ανθρώπινες φιγούρες που επιστρέφουν σε πιο παραδοσιακούς τρόπους έκφρασης. Πρόκειται για το δεύτερο ημερολόγιο του καλλιτέχνη, το οποίο θα  μπορούσαμε να φανταστούμε σαν ένα σημειωματάριο με γρήγορα σκίτσα. Σχήματα παλαιότερα αλλά και νέα, ζευγάρια που αγκαλιάζονται και ερωτεύονται με την τεντωμένη αντρική φιγούρα να ξεχωρίζει πάντοτε δυναμικά, δημιουργούν συνθέσεις  που θυμίζουν οικεία πρότυπα, γιατί  «συνομιλούν» πιο ξεκάθαρα με την αφαίρεση και τον εξπρεσιονισμό. «Ελπίζω σύντομα, μερικά από αυτά ή και άλλα στο ίδιο πνεύμα, να γίνουν σε μεγαλύτερο μέγεθος» μας εξομολογείται στο τέλος του κειμένου ο δημιουργός τους.
Στο έργο του Γιώργου Χουλιαρά είναι φανερή η πολλαπλότητα και η αντιφατικότητα των αναζητήσεων, ένα θέμα κυρίαρχο στις καλλιτεχνικές τάσεις της εποχής μας αλλά και η ικανότητα στην αξιοποίηση των δυνατοτήτων κάθε υλικού: χαρακτηριστικό, άλλωστε, από την άποψη αυτή είναι και το πιο λαμπερό γλυπτό της έκθεσης, που έχει τον τίτλο «Εγκλωβισμός» (2014), όπου στον μεταλλικό κορμό εγκλωβίζεται σαν σε δίχτυ μία μεγάλη γαλάζια πέτρα. Πρόκειται για μία γλυπτική ανεξάρτητων και προσωπικών πειραματισμών, ειλικρινή, με συναίσθημα ευθύνης,  η οποία εντυπωσιάζει, μας διδάσκει, γιατί ενώ συναντά την ιστορία, εισηγείται νέες κατευθύνσεις και τάσεις και, η οποία καταλήγει σε μία διαφορετική ερμηνεία του κόσμου μας.

[1] Στην έκθεση προς τιμήν του Γιώργου Ζογγολόπουλου

Last modified: 09/02/2018